Choose language: English French Ελληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

2.2.  Η Συνθήκη του Μάαστριχτ

Όπως η κατάργηση των τελωνειακών φραγμών του εμπορίου, το 1968, είχε φέρει στο φως τα τεχνικά και διοικητικά εμπόδια στο ενδο-κοινοτικό εμπόριο, έτσι και η προσπάθεια εξάλειψης αυτών των τελευταίων, το 1992, είχε καταστήσει σαφές ότι η κοινή αγορά δεν θα γινόταν ενιαία αγορά όσο θα υπήρχαν ακόμη νομισματικά εμπόδια στις συναλλαγές. Γι' αυτό, οι οπαδοί της ολοκλήρωσης μεταξύ των έξι αρχικών κρατών μελών πίεζαν, ήδη πριν από την ολοκλήρωση της κοινής αγοράς, τους νέους εταίρους των να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εκείνο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και μάλιστα να σκιαγραφήσουν το τελευταίο στάδιο, εκείνο της πολιτικής ένωσης. Οι οπαδοί, όμως, της διακυβερνητικής συνεργασίας ήταν επιφυλακτικοί. Είχαν προσχωρήσει στην Κοινότητα για να δρέψουν τα οφέλη της ενιαίας αγοράς και είχαν δεχτεί τις εκχωρήσεις εθνικής κυριαρχίας που ήταν απαραίτητες γι' αυτόν τον σκοπό. Αλλά αρνούνταν να κάνουν άλλες παραχωρήσεις στην κοινοτική μέθοδο ολοκλήρωσης και στις εξελικτικές ιδιότητές της.

Η συμβιβαστική λύση που βρέθηκε στο Μάαστριχτ, τον Δεκέμβριο του 1991, ήταν να χωριστεί η επιχείρηση της ολοκλήρωσης στα δύο. Η αρχική Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα μετονομάστηκε σε Συνθήκη ιδρύουσα την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, για να υποδηλωθεί ότι αυτή έθετε νέους στόχους, ιδίως για τη νομισματική και την κοινωνική ολοκλήρωση. Στη Μεγάλη Βρετανία επιτράπηκε να απέχει από αυτούς τους νέους στόχους και ο λαός της Δανίας, που ερωτήθηκε με δημοψήφισμα, αποφάσισε να μην προσχωρήσει στη νομισματική ένωση. Μια νέα Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση υπογράφτηκε συγχρόνως για να σκιαγραφήσει τους στόχους της πολιτικής ένωσης, ιδίως εκείνους μιας πολιτικής για τις εσωτερικές υποθέσεις και τη δικαιοσύνη και εκείνους μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας. Αλλά, με κοινή συμφωνία, αποφασίστηκε να επιδιωχθούν αυτοί οι στόχοι με διακυβερνητική συνεργασία. Έτσι, η Συνθήκη, η οποία υπογράφτηκε στο Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992, αποτελείτο από δύο διάφορες αλλά αλληλένδετες Συνθήκες: τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τη Συνθήκη την ιδρύουσα την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΣΕΚ). Οι δύο αυτές Συνθήκες διαχώρισαν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε τρεις πυλώνες ή τρία κτίσματα [βλ. το τμήμα 3.1], που διαφέρουν κυρίως ως προς τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων: το κύριο κτίσμα της Ευρωπαϊκής Kοινότητας, όπου η συγκατοίκηση των ενοίκων ρυθμίζεται από τη ΣΕΚ και όπου επικρατεί η κοινοτική μέθοδος λήψης των αποφάσεων κατά πλειοψηφία, το κτίσμα της συνεργασίας στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και το κτίσμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας (KEΠΠA). Η μέθοδος οικοδόμησης των δύο νέων πυλώνων ή κτισμάτων βασίστηκε στη διακυβερνητική συνεργασία, εφόσον η ΣΕΕ απαιτούσε ομοφωνία για τη λήψη των αποφάσεων και, επομένως, οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορούσε να προβάλει βέτο και να εμποδίσει μια κοινή ενέργεια. Ένα «Κοινωνικό Πρωτόκολλο» εξαιρούσε το Ηνωμένο Βασίλειο από τους στόχους κοινωνικής προστασίας» της ΣΕΚ.

Συνεπώς, από το 1992 οπότε άρχισε να ισχύει η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύει και συμπληρώνει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά δεδομένου ότι η Συνθήκη για τη δεύτερη καλύπτει πολύ περισσότερες δραστηριότητες και κατά πολύ δραστικότερο τρόπο απ' ότι η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι σωστό να μιλάει κανείς για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα/Ένωση (ΕΚ/ΕΕ), για να συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για δύο οργανισμούς με διάφορες νομικές προσωπικότητες. Για την ακρίβεια, προς το παρόν, μόνον η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει νομική προσωπικότητα, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει τέτοια προσωπικότητα και δεν μπορεί επομένως να υπογράφει συνθήκες ή άλλες διεθνείς νομικές πράξεις. Αυτή την περίεργη κατάσταση επιδιώκει να διορθώσει η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία παρέχει νομική προσωπικότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Oι κυρίως οικονομικοί στόχοι των Kοινοτήτων ξεπεράστηκαν για να αποκτήσουν αυτές σφαιρικούς στόχους. Με το άρθρο Β (ΣΕΕ), η Κοινότητα/Ένωση έθεσε, πράγματι, στο Μάαστριχτ σαν στόχους:

- να προωθήσει την ισόρροπη και σταθερή οικονομική πρόοδο, ιδίως με τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα [βλ. το τμήμα 6.1], με την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής [βλ. το τμήμα 12.1.2] και με την ίδρυση μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η οποία θα περιλάμβανε εν καιρώ, ένα ενιαίο νόμισμα [βλ. το κεφάλαιο 7],

- να επιβεβαιώσει την ταυτότητά της στη διεθνή σκηνή, ιδίως με την εφαρμογή μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της εν καιρώ διαμόρφωσης μιας κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία θα μπορούσε, σε δεδομένη στιγμή, να οδηγήσει σε κοινή άμυνα [βλ. το τμήμα 8.2],

- να ενισχύσει την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των  υπηκόων των κρατών μελών της με τη θέσπιση ιθαγένειας της Ένωσης [βλ. το τμήμα 9.1],

- να αναπτύξει στενή συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων [βλ. το τμήμα 8.1],

- να διατηρήσει στο ακέραιο το κοινοτικό κεκτημένο [βλ. το τμήμα 3.3] και να το αναπτύξει, προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών και των οργάνων της Kοινότητας [βλ. το κεφάλαιο 4].

H Eυρωπαϊκή Ένωση διευρύνθηκε σε δεκαπέντε κράτη μέλη από την 1η Iανουαρίου 1995, χάρη στις πράξεις προσχώρησης της Aυστρίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας , οι οποίες υπεγράφησαν στις 24 Iουνίου 1994 έπ' ευκαιρία της συνόδου του Eυρωπαϊκού Συμβουλίου στην Kέρκυρα [ΕΕ L 1, 01.01.1995]. Tότε είχε υπογραφεί επίσης η πράξη προσχώρησης της Nορβηγίας, αλλά ο Nορβηγικός λαός ψήφισε και πάλι κατά της ένταξης στην Ένωση με πλειοψηφία 52,8%.

Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
.



Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


Περί αυτού του βιβλίου

Που πωλείται

Order form

Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

Terasoft