Choose language: EnglishFrenchΕλληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

3.2.  Oι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Όταν τα κράτη μέλη ενός σχεδίου οικονομικής ολοκλήρωσης θεσπίζουν μια θεμελιώδη ή δευτερεύουσα κοινή πολιτική [βλ. το τμήμα 1.1.2], αναγνωρίζουν σιωπηρά ότι αυτή έχει μια πρόσθετη αξία σχετικά με τις προηγουμένως ανεξάρτητες πολιτικές σε ένα πεδίο δράσης. Αυτή η ίδια η ύπαρξη μιας κοινής πολιτικής οφείλεται στο γεγονός ότι υπόσχεται τη δυνατότητα καλύτερης επίτευξης των στόχων των κρατών μελών από τις μεμονωμένες εθνικές πολιτικές. Με άλλα λόγια, οι κοινές πολιτικές υπάρχουν γιατί τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τα πλεονεκτήματά τους.

    Οι αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Ένωση από τις Συνθήκες [βλ. το κεφάλαιο 2] είναι συμπληρωματικές εκείνων των κρατών μελών της. Η Ένωση μπορεί να ενεργεί σε έναν τομέα μόνο στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί από τα κράτη μέλη (αρχή της δοτής αρμοδιότητας ή της ανάθεσης αρμοδιοτήτων). Ελάχιστοι τομείς εμπίπτουν στην αποκλειστική ευρωπαϊκή αρμοδιότητα. Επομένως, σχεδόν όλες οι κοινές πολιτικές έχουν μια ευρωπαϊκή και μια εθνική διάσταση. Το αρμόζον επίπεδο λήψης αποφάσεων - εθνικό, ευρωπαϊκό ή και τα δύο - εξαρτάται από τον τύπο του κάθε μέτρου πολιτικής υπό εξέταση. Στην περίπτωση των νομοθεσιών ή των αποφάσεων που πρέπει να εφαρμοστούν ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη, υπάρχει μικρό περιθώριο για εθνικές πρωτοβουλίες. Αντίθετα, όταν η Συνθήκη προβλέπει τον μη δεσμευτικό συντονισμό των εθνικών πολιτικών, υπάρχει πολύ σημαντικό πεδίο δράσης για τις εθνικές αρχές. Καθώς μια κοινή πολιτική αναπτύσσεται, η ευρωπαϊκή διάσταση μεγαλώνει εις βάρος της εθνικής διάστασης. Τα κράτη μέλη δέχονται τη μείωση των εξουσιών τους, αν και εφόσον τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται καλύτερα με κοινή δράση παρά με εθνική δράση.

    Το κύριο μειονέκτημα, το οποίο μπορεί να αντιπαρατεθεί στα αναμενόμενα οφέλη των κοινών πολιτικών είναι μια σχετική απώλεια εθνικής κυριαρχίας, λόγω των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη. Ασφαλώς, τα κράτη που επιλέγουν τη διαδικασία ολοκλήρωσης χάνουν κάποια ανεξαρτησία ως προς τους στόχους και τα μέσα των εθνικών πολιτικών, εφόσον τμήματα των εθνικών κυριαρχιών τους συγχωνεύονται μέσα στη νέα έννοια της «συμμετοχικής κυριαρχίας», η οποία επιδιώκει να εξυπηρετήσει καλύτερα τα εθνικά τους συμφέροντα. Αλλά αυτή η απώλεια ανεξαρτησίας περιορίζεται κατά δύο τρόπους: πρώτον, δια της συνεχούς επιρροής των κρατών μελών στην ανάπτυξη των κοινών πολιτικών μετά τη θεσμοθέτησή τους, μέσω των κοινών οργάνων στα οποία συμμετέχουν [βλ. το κεφάλαιο 4]· και δεύτερον, δια της δυνατότητας που δίνεται στα κράτη μέλη να επιλέγουν τα μέσα που αρμόζουν καλύτερα στην επίτευξη των στόχων των κοινών πολιτικών, όταν ιδίως το νομικό μέσο που χρησιμοποιεί η Ένωση είναι «οδηγία» [βλ. το τμήμα 3.3].

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως και το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης) ορίζει λεπτομερειακά τις αρχές που διέπουν τη μεταβίβαση κυριαρχικών δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη στην Ένωση. Αυτές οι αρχές είναι: η αρχή της δοτής αρμοδιότητας και οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, οι οποίες εις το εξής τελούν υπό τον έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων (Άρθρα 5 και 12 ΣΕΕ = άρθρο ΙΙΙ-259, Συνταγματικής Συνθήκης). Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη.

    Σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία ορίζεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως και στη Συνταγματική Συνθήκη), η Ένωση ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που αυτές ορίζουν, ενώ όλες οι άλλες αρμοδιότητες ανήκουν στα κράτη μέλη (Άρθρο 5 ΣΕΕ, πρώην άρθρο 5 ΣΕΚ). Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη - και μόνον αυτά - μπορούν να μεταβιβάσουν στην Ένωση τμήματα των κυριαρχικών εξουσιών τους, αν και όταν θεωρούν ότι τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται καλύτερα με κοινή δράση.

    Η αρχή της επικουρικότητας σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιχειρείται ή να ρυθμίζεται σε κοινοτικό επίπεδο κάτι που μπορεί καλύτερα να ρυθμιστεί ή να διαχειριστεί σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Aυτή η αρχή, που υπονοεί διακυβέρνηση διαφόρων επιπέδων [βλ. το τμήμα 1.1.1], πρέπει να εφαρμόζεται με πνεύμα συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων βαθμίδων εξουσίας. Σύμφωνα με τη Συνθήκη (άρθρο 5 ΣΕΕ) και το Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δρα μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων και για την επίτευξη των στόχων που της ορίζουν οι Συνθήκες. Στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Ένωση δρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, μόνον εάν και στο βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης να επιτευχθούν καλύτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. H δράση της Ένωσης δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών. Το άρθρο 352 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ επιτρέπει στο Συμβούλιο, με ομοφωνία και μετά από πρόταση της Επιτροπής και έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την επίτευξη στόχων που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται, αλλά εξαιρεί ρητά τους στόχους που αφορούν την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας.. Μια διοργανική συμφωνία καθορίζει τις διαδικασίες εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας.

    Η αρχή της αναλογικότητας σημαίνει ότι όταν μια ενέργεια της ΕΕ αποδεικνύεται απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα οφείλουν να εξετάσουν αν η ενέργεια αυτή απαιτεί νομοθετική ρύθμιση ή αν μπορεί να χρησιμοποιηθούν άλλα αποτελεσματικά μέσα (χρηματοοικονομική ενίσχυση, ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών με μια σύσταση, παρώθηση σε κοινή ενέργεια με ψήφισμα, κλπ.).

    Για να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, η ευρωπαϊκή δράση πρέπει να έχει την απλούστερη δυνατή μορφή, προσαρμοσμένη στην ικανοποιητική επίτευξη του στόχου του μέτρου. Επομένως η Ένωση πρέπει να νομοθετεί μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο και να δίνει την προτίμηση στις οδηγίες μάλλον παρά στους κανονισμούς και στις οδηγίες­πλαίσια μάλλον παρά στα λεπτομερή μέτρα [βλ. το τμήμα 3.3]. Επιπλέον τα ευρωπαϊκά μέτρα θα πρέπει να αφήνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πεδίο για εθνικές αποφάσεις, να σέβονται εδραιωμένες εθνικές πρακτικές καθώς και τη λειτουργία της έννομης τάξης των κρατών μελών. Εκείνο που προέχει είναι να εξασφαλίζεται ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιβάλλει στις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή την κοινωνία των πολιτών παράλογες, περιττές ή υπερβολικές δυσχέρειες σε συνάρτηση με τον επιδιωκόμενο στόχο.

    Το Πρωτόκολλο για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη της Λισαβόνας, ορίζει ότι η Επιτροπή διαβιβάζει τα σχέδια ευρωπαϊκών νομοθετικών πράξεων ταυτόχρονα στα εθνικά κοινοβούλια και στον νομοθέτη της Ένωσης. Κάθε σχέδιο ευρωπαϊκής νομοθετικής πράξης πρέπει να περιλαμβάνει εμπεριστατωμένη έκθεση βάσει της οποίας μπορεί να κριθεί η τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Οι λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένας στόχος της Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης πρέπει να στηρίζονται σε ποιοτικούς και, όταν είναι δυνατόν, σε ποσοτικούς δείκτες. Εάν το ένα τρίτο των κοινοβουλίων (ή το ένα τέταρτο εάν η πρόταση αφορά το πεδίο της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης) κρίνει ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή ή το θεσμικό όργανο που εξέδωσε το σχέδιο πρέπει να επανεξετάσει την πρόταση, αλλά μπορεί να αποφασίσει να τη διατηρήσει, να την τροποποιήσει ή να την αποσύρει. Εάν επιλέξει να την διατηρήσει, η Επιτροπή οφείλει να εξηγήσει, σε αιτιολογημένη γνώμη, τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι η πρόταση νομοθετικής πράξης συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας και εναπόκειται στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να κρίνουν αν πρέπει ή όχι να συνεχίσουν τη νομοθετική διαδικασία.

    H Eυρωπαϊκή Eπιτροπή εφαρμόζει τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας για τον προσανατολισμό των πρωτοβουλιών της και για την εκτίμηση της αναγκαιότητας της υπάρχουσας και της μελλοντικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας. H Eπιτροπή προβαίνει σε ευρύτερες διαβουλεύσεις και παρουσιάζει, όταν χρειάζεται, έγγραφα διαβούλευσης (Πράσινα Bιβλία) πριν προτείνει κάποιο νομοθετικό κείμενο. Στο επεξηγηματικό υπόμνημα των νομοθετικών προτάσεων της, η Eπιτροπή διευκρινίζει τους αντικειμενικούς στόχους της προτεινόμενης ενέργειας, την αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητά της μέσω ενός «σκεπτικού επικουρικότητας», το οποίο συνοψίζει όλα αυτά τα στοιχεία. Tο Συμβούλιο αξιολογεί κατά πόσον μια πρόταση της Eπιτροπής είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 5 ΣΕΕ (πρώην άρθρο 5 ΣΕΚ) λαμβάνοντας ως σημείο εκκίνησης το αιτιολογικό και το επεξηγηματικό υπόμνημα της Eπιτροπής. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Eυρωπαϊκού Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσης μιας πράξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία υποκείμενα σε δικαστικό έλεγχο. Mεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνονται ειδικότερα ο στόχος και το περιεχόμενο της πράξης [βλ. υπόθεση C-295/90]. Oι δυσκολίες ανακύπτουν όταν η εν λόγω πράξη αποσκοπεί σε πολλούς στόχους που μπορεί να πρόσκεινται σε διαφορετικές νομικές βάσεις. Kατά την άποψη του Δικαστηρίου, σ' αυτήν την περίπτωση, η νομική βάση της πράξης πρέπει να προσδιορίζεται βάσει του κριτηρίου του «κύριου στόχου» [υπόθεση C-155/91]. Αν μια πράξη συνεπάγεται αρμοδιότητα που ανατίθεται στα θεσμικά όργανα από τη Συνθήκη ΕΚ, αυτή η Συνθήκη πρέπει να αποτελεί τη νομική βάση της πράξης, έστω και αν ορισμένοι στόχοι ή στοιχεία της σχετίζονται με τη Συνθήκη ΕΕ [Υπόθεση C-91/05].

    Η «ανοικτή μέθοδος συντονισμού», η οποία θεσπίστηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας, στις 24 Μαρτίου 2000, χρησιμοποιείται σε πολλούς τομείς όπου δεν έχουν θεσπιστεί κοινές πολιτικές σαν μη δεσμευτικό μέσο διάδοσης βέλτιστων πρακτικών και επίτευξης μεγαλύτερης σύγκλισης των εθνικών πολιτικών. Αυτή η μέθοδος περιλαμβάνει τον καθορισμό κοινών στόχων, τη μετατροπή των στόχων αυτών σε εθνικές πολιτικές στρατηγικές και την περιοδική παρακολούθηση βάσει, μεταξύ άλλων, κοινά συμφωνημένων και καθορισμένων δεικτών. Η διακυβερνητική συνεργασία που επιτυγχάνεται μέσω αυτής της μεθόδου δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη για να ακολουθήσουν τους στόχους που τίθενται από κοινού, αλλά μπορεί μέσω της διαδικασίας εκμάθησης να οδηγήσει σε πραγματικές κοινές πολιτικές.

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    (C) 2011. Powered by Keystone 5 - Upgraded & supported by Yawd web applications & online invoicing services. Original design by Terasoft.