Choose language: EnglishFrenchΕλληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

3.3.  Το νομικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Οι κοινές πολιτικές, που είναι η πεμπτουσία της πολυεθνικής ολοκλήρωσης, βασίζονται σε κοινή νομοθεσία. Εγγενής στην έννοια της κοινής πολιτικής είναι η δεσμευτική δύναμή της επί των κρατών μελών. Αυτά τα τελευταία δίνουν στα κοινά θεσμικά όργανα τα νομικά μέσα να εφαρμόσουν κοινές πολιτικές και να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και στους πολίτες τους. Επομένως, οι κοινές πολιτικές διαμορφώνονται με νομικές πράξεις που θεσπίζουν τα κοινά όργανα, εφαρμόζουν τα κράτη μέλη ή/και τα κοινά όργανα και επιβάλλουν τα θεσμικά όργανα [βλ. το κεφάλαιο 4]. Οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών εναρμονίζονται σε πάρα πολλά πεδία στα πλαίσια των κοινών πολιτικών. Μια ειδική νομοθεσία, βασιζόμενη στις Συνθήκες και αποκαλούμενη προηγουμένως «κοινοτικό κεκτημένο» και τώρα πλέον «κεκτημένο της ΕΕ», θεσπίζεται για να υλοποιήσει τις κοινές πολιτικές, μια νομοθεσία, η οποία υπερισχύει του εθνικού, ακόμη και του συνταγματικού δικαίου των κρατών μελών, είτε ο εθνικός νόμος προηγείται είτε έπεται της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη έχουν μεταβιβάσει οριστικά και αμετάκλητα κυριαρχικά δικαιώματα στην Kοινότητα (και τώρα στην Ένωση), την οποία έχουν δημιουργήσει, και δεν μπορούν να υπαναχωρήσουν εκ των υστέρων ως προς αυτή τη μεταβίβαση με μονομερή μέτρα [βλ. υπόθεση 6/64], εκτός αν αποφασίσουν να αποσχισθούν από την Ένωση. Αν δεν επιθυμούν τέτοια ριζική λύση, δεν μπορούν να  αντιβαίνουν στην ευρωπαϊκή νομοθεσία, στη θέσπιση της οποίας έχουν συμβάλλει, επικαλούμενα το εθνικό, ακόμη και το συνταγματικό τους, δίκαιο. Αυτό είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό της διαδικασίας πολυεθνικής ολοκλήρωσης που τη διακρίνει από τη διακυβερνητική συνεργασία, όπου οι αποφάσεις μπορεί να έχουν πολιτική βαρύτητα, αλλά δεν έχουν νομική υποχρεωτική ισχύ για τα συμμετέχοντα κράτη. Μια διαδικασία πολυεθνικής ολοκλήρωσης, όπως είναι αυτή της ΕΚ/ΕΕ, δεν μπορεί να λειτουργήσει αν κάθε κράτος μέλος μπορεί να καταστρατηγήσει την κοινή νομοθεσία προβάλλοντας την εθνική νομοθεσία ή το Σύνταγμα του.

    Τα νομικά μέσα, τα οποία δίνουν υλική υπόσταση στις κοινές πολιτικές, έχουν νομική ισχύ μόνον εάν κάποια διάταξη των Συνθηκών εξουσιοδοτεί τα αρμόδια θεσμικά όργανα - το Κοινοβούλιο και/ή το Συμβούλιο - να τα θεσπίσουν (αρχή της δοτής αρμοδιότητας). Tο άρθρο 288 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (πρώην άρθρο 249 ΣΕΚ) προβλέπει πέντε είδη νομικών μέσων, που έχουν το καθένα διαφορετικές επιπτώσεις επί των νομικών συστημάτων των κρατών μελών, δεδομένου ότι ορισμένα εφαρμόζονται άμεσα στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, ενώ άλλα επιβάλλουν προσαρμογή των εθνικών διατάξεων στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.

    O κανονισμός είναι γενικής εφαρμογής, υποχρεωτικός σε όλα τα στοιχεία του και άμεσα εφαρμοζόμενος σε όλα τα κράτη μέλη. Aκριβώς όπως ένας εθνικός νόμος, γεννά άμεσα δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους υπηκόους των κρατών μελών [βλ. ιδίως υποθέσεις 43/71 και 39/72]. Oι κανονισμοί ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, εάν δεν το ορίζουν, από την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους στην Eπίσημη Eφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE). O κανονισμός αντικαθιστά άμεσα το εθνικό δίκαιο με ευρωπαϊκό δίκαιο και γι' αυτό είναι το πιο αποτελεσματικό νομικό εργαλείο που προσφέρει η Συνθήκη. Ως «ευρωπαϊκοί νόμοι», οι κανονισμοί πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως από εκείνους στους οποίους αναφέρονται (άτομα, κράτη μέλη, Ευρωπαϊκοί θεσμοί).

    H οδηγία δεσμεύει τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει στις εθνικές αρχές την αρμοδιότητα ως προς τον τρόπο και τα μέσα που θα διαθέσουν για να το επιτύχουν. Eίναι ένα είδος ευρωπαϊκού νόμου-πλαισίου, που προσφέρεται ιδιαίτερα για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών. Ορίζει τον στόχο ή τους στόχους που επιδιώκει μια κοινή πολιτική και επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέξουν τα νομικά μέσα που απαιτούνται για την επίτευξή του(ς). Εφόσον τα κράτη μέλη δεσμεύονται μόνον από τους στόχους, τους οποίους θέτουν οι οδηγίες, έχουν μια διακριτική ευχέρεια, όταν τις μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο, να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές περιστάσεις. Οφείλουν, όμως, να «λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων» που απορρέουν από τη Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Ένωσης (άρθρο 4 ΣΕΕ). Παρόλο που δημοσιεύονται στην Eπίσημη Eφημερίδα, οι οδηγίες αρχίζουν να εφαρμόζονται από την ημερομηνία της κοινοποίησής των στα κράτη μέλη στα οποία και απευθύνονται. Aυτά υποχρεούνται να πάρουν τις εθνικές διατάξεις που χρειάζονται για την εφαρμογή μιας οδηγίας μέσα στα χρονικά περιθώρια που εκείνη ορίζει, διαφορετικά παραβαίνουν το ευρωπαϊκό δίκαιο.

    H απόφαση έχει συνήθως τον χαρακτήρα διοικητικής πράξης. Mπορεί να απευθύνεται είτε σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είτε σε ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Eίναι υποχρεωτική ως προς όλα τα στοιχεία της για τους παραλήπτες τους οποίους υποδείχνει. H εφαρμογή της απόφασης δεν εξαρτάται από τη δημοσίευση στην EE, αλλά από την κοινοποίηση στον ή στους αποδέκτες που ορίζει. Σύμφωνα με το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο, μια απόφαση έχει άμεσα αποτελέσματα δημιουργώντας για τους ιδιώτες δικαιώματα, τα οποία πρέπει να διασφαλίζονται από τα εθνικά δικαστήρια [υπόθεση 9/70 και συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-100/89 και C-101/89].

    Οι παραπάνω νομικές πράξεις χρησιμοποιούνται συνήθως με βάση τη Συνθήκη και ακολουθώντας την προηγουμένως λεγόμενη «κοινοτική» και τώρα «ευρωπαϊκή» μέθοδο [βλ. το τμήμα 4.3], για την εναρμόνιση ή την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών. Η εφαρμογή τους είναι υποχρεωτική για τα κράτη μέλη, για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε πολλές περιπτώσεις για τους υπηκόους των κρατών μελών. Όταν ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με το ευρωπαϊκό δίκαιο, η Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να προσπαθήσει να θέσει τέλος στην παράβαση και, όταν είναι απαραίτητο, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. το τμήμα 4.1.2].

    Όμως, οι στόχοι των κοινών πολιτικών επιδιώκονται επίσης με μη δεσμευτικές συμφωνημένες ενέργειες, υπό τη μορφή συντονισμού των εθνικών πολιτικών, μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών, οργάνων συνεργασίας, ευρωπαϊκών προγραμμάτων ή/και χρηματοοικονομικής υποστήριξης. Κατά συνέπεια, εκτός των παραπάνω πράξεων, οι οποίες διαμορφώνουν το ευρωπαϊκό δίκαιο, το Συμβούλιο και η Eπιτροπή υιοθετούν συστάσεις, οι οποίες υποδείχνουν κάποια ενέργεια ή σκιαγραφούν τους στόχους μιας κοινής πολιτικής, και γνώμες, οι οποίες εκτιμούν μια κατάσταση ή ορισμένα γεγονότα στην Ένωση ή στα κράτη μέλη. Eπιπλέον, το Συμβούλιο και το Kοινοβούλιο υιοθετούν ψηφίσματα, τα οποία επίσης είναι μη υποχρεωτικά, αλλά δηλώνουν μια πολιτική βούληση ενέργειας σε κάποιο θέμα ή τομέα. Aυτά τα νομικά μέσα επιτρέπουν στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να προτείνουν κατευθυντήριες γραμμές για τον συντονισμό των εθνικών νομοθεσιών και διοικητικών πρακτικών, χωρίς να δημιουργούν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη ή τους πολίτες.

    Eνώ τα ψηφίσματα και οι γνώμες δημοσιεύονται στη σειρά C (ανακοινώσεις) της Eπίσημης Eφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE), οι υποχρεωτικές πράξεις και οι συστάσεις δημοσιεύονται στη σειρά L (νομοθεσία) της EE, για να τονιστεί η νομική και πολιτική σημασία τους. Το ίδιο ισχύει για τις δράσεις και τις θέσεις της κοινής εξωτερικής πολιτικής ασφαλείας (άρθρα 21 και 25 ΣEE) [βλ. το τμήμα 8.2]. Δημοσιεύονται στη σειρά L της ΕΕ, αν και δεν έχουν νομικό υποχρεωτικό χαρακτήρα, γιατί το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει δικαιοδοσία για την ερμηνεία και εφαρμογή τους. Ενσαρκώνουν, πάντως, πολιτικές δεσμεύσεις για ομοιόμορφη συμπεριφορά ή/και δράση.

    H κατάσταση του ευρωπαϊκού δικαίου είναι μοναδική από την άποψη ότι η εφαρμογή του εξαρτάται βασικά από τις δικαιοδοσίες των κρατών μελών. H Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιδιώκει μια εναρμόνιση που να εξαλείφει τα διακριτικά χαρακτηριστικά των εθνικών δικαιοδοσιών. Ωστόσο, τόσο τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα όσο και τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου. Aυτή είναι μια θεμελιώδης απαίτηση οποιουδήποτε νομικού συστήματος. To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο έχει παρατηρήσει ότι οι εθνικοί κανόνες πρέπει να συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις για ενιαία εφαρμογή του ευρωπαϊκού (κοινοτικού) δικαίου που είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί η άνιση μεταχείριση των οικονομικών παραγόντων [συνεκδικασθείσες υποθέσεις 205/82 έως 215/82]. Οι αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, οφείλουν να εξασφαλίζουν την αρχή της ομοιόμορφης ερμηνείας μιας ευρωπαϊκής νομικής πράξης υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της [βλ. υπόθεση C-462/99]. Σε περίπτωση σύγκρουσης δικαίων, ο εθνικός δικαστής οφείλει, κατά το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο, να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, είτε αυτή είναι πρότερη, είτε επόμενη της ευρωπαϊκής διάταξης [βλ. υπόθεση 92/78]. Ενώ τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να εξετάσουν εάν μια ευρωπαϊκή νομική πράξη ισχύει, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει μόνο την αρμοδιότητα για να καθορίσει ότι μια ευρωπαϊκή πράξη είναι άκυρη [Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-143/88 και C-92/89 και υπόθεση C-119/05].

    Kοινό χαρακτηριστικό των Συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Kοινότητες (και τώρα την Ευρωπαϊκή Ένωση) είναι ότι δεν πρόκειται περί διεθνών Συνθηκών κλασικού τύπου [βλ. το κεφάλαιο 2], οι οποίες παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα κράτη και μόνον. Aυτές οι Συνθήκες και το απορρέον από αυτές δίκαιο γεννούν δικαιώματα και υποχρεώσεις όχι μόνον για τα κράτη μέλη, αλλά επίσης και για τους υπηκόους των [βλ. το τμήμα 9.2]. Aυτό το «άμεσο αποτέλεσμα» του ευρωπαϊκού (πρώην κοινοτικού) δικαίου σημαίνει ιδίως ότι οποιοσδήποτε ιδιώτης μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή του την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου που αντιφάσκει προς το εθνικό δίκαιο [βλ. υπόθεση 26/62]. Oι πολίτες μπορούν, επομένως, να επικαλεσθούν το ευρωπαϊκό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. το τμήμα 9.3.]. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ένα κράτος μέλος οφείλει να αποκαθιστά τη ζημία που προξενείται σε ιδιώτες από καταλογιζόμενες σε αυτό παραβάσεις του ευρωπαϊκού (κοινοτικού) δικαίου, ακόμα και όταν η παράβαση αποδίδεται στον εθνικό νομοθέτη [βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, υπόθεση C-5/94 και συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-178/94, C-179/94]. Σε ορισμένες περιστάσεις το ευρωπαϊκό (κοινοτικό) δίκαιο επιβάλλει στα κράτη μέλη να αποζημιώνουν τους ιδιώτες για τη ζημία που υφίστανται λόγω της μη μεταφοράς από αυτά μιας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, όταν ο σκοπός της είναι να παράσχει δικαιώματα σε αυτούς [υπόθεση T-136/95 βλ. επίσης το τμήμα 9.3]. Αν και μια οδηγία δεν μπορεί να επιβάλει υποχρεώσεις σε ένα άτομο, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, κατά την εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θεσπίζονται με σκοπό τη μεταφορά των υποχρεώσεων που καθορίζονται από μια οδηγία, να λαμβάνει υπόψη τη διατύπωση και το σκοπό της οδηγίας, έτσι ώστε το αποτέλεσμα της εθνικής νομοθεσίας να συνάδει με το στόχο που επιδιώκεται από την οδηγία [συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 έως C-403/01]. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης μεταφοράς στην έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους μιας οδηγίας και εφόσον δεν υφίσταται άμεσο αποτέλεσμα των σχετικών διατάξεων της οδηγίας αυτής, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας αυτής προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα [Υπόθεση C-212/04]. Τα κράτη μέλη ευθύνονται για παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου από εθνικό δικαστήριο, η απόφαση του οποίου δεν επιδέχεται έφεση [υπόθεση C-379/10].

    Tο ευρωπαϊκό δίκαιο εξελίσσεται με εξαιρετικά γοργό ρυθμό. Όπως φαίνεται από τις παραπομπές της Europedia, εκατοντάδες νομοθετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Κοινότητας) υιοθετούνται και τροποποιούνται κάθε χρόνο. Στο παρόν σύγγραμμα εξετάζουμε τους βασικούς κανονισμούς, τις οδηγίες και αποφάσεις που αποτελούν το βασικό ευρωπαϊκό δίκαιο, αναφέροντας στις υποσημειώσεις τους αριθμούς τους και τους αριθμούς της Επίσημης Εφημερίδας (ΕΕ) που βρίσκονται, καθώς και τα στοιχεία των πιο πρόσφατων τροποποιήσεών τους. Η βάση δεδομένων Eur-Lex παρουσιάζει συχνά μια ενοποιημένη (μη επίσημη) έκδοση της αρχικής πράξης και όλων των μεταγενέστερων τροποποιήσεων της ή μια κωδικοποιημένη έκδοση, η οποία καταργεί την αρχική έκδοση. Η Europedia επιτρέπει την άμεση πρόσβαση στη μια ή την άλλη έκδοση μιας πράξης της ΕΕ.

    Το 2010, το κεκτημένο της ΕΕ περιελάμβανε, εκτός από το πρωτογενές δίκαιο (Συνθήκες), περί τους 8400 κανονισμούς και σχεδόν 2000 οδηγίες [COM/2011/588]. Μια διοργανική συμφωνία καθιέρωσε μια ταχεία διαδικασία για την απλοποίηση της κοινοτικής (ευρωπαϊκής) νομοθεσίας. Η Επιτροπή λαμβάνει τώρα μέτρα για να απλοποιήσει την υπάρχουσα νομοθεσία, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει ότι όλες οι νομοθετικές προτάσεις της είναι σύμφωνες με τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης και ότι λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα, όπως η τροποποίηση, η αντικατάσταση ή η απόσυρση των εκκρεμών προτάσεων [COM/2005/462].

    Προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα αξιόπιστο, ενημερωμένο και φιλικό προς το χρήστη σώμα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας προς όφελος των πολιτών και των επιχειρήσεων, χρειάζεται να αποσυρθούν τα ξεπερασμένα νομικά κείμενα και άλλα να γίνουν συνεπέστερα και πιο κατανοητά. Πάντως, η κατανόηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας θα διευκολυνόταν πολύ, αν κάθε τροποποιητική πράξη ενσωμάτωνε και παρουσίαζε σε ενιαίο κείμενο, θεσπισθέν από τα νομοθετικά όργανα, την αρχική πράξη και όλες τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, όπως συμβαίνει τώρα με τις ενοποιημένες εκδόσεις, οι οποίες, όμως, δεν έχουν επίσημο χαρακτήρα, εφόσον δεν έχουν εγκριθεί από τις νομοθετικές αρχές.

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    (C) 2011. Powered by Keystone 5 - Upgraded & supported by Yawd web applications & online invoicing services. Original design by Terasoft.