Έχοντας την αρχή του σε άτυπες «διασκέψεις κορυφής», το
Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
θεωρείται πλέον ρητά θεσμικό όργανο της ΕΕ, τόσο από τη ΣΕΕ όσο και από τη ΣΛΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απαρτίζεται από τους αρχηγούς κρατών (τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας και τους Προέδρους των Δημοκρατιών της Κύπρου, της Λετονίας και της Λιθουανίας, λόγω των αρμοδιοτήτων τους σε θέματα εξωτερικής πολιτικής) ή κυβερνήσεων (τους πρωθυπουργούς των άλλων κρατών μελών) της EΕ, καθώς και από τον πρόεδρο του και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας συμμετέχει στις εργασίες του [βλ. το τμήμα 8.2.1]. Όταν το απαιτεί η ημερήσια διάταξη, τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δύνανται να αποφασίσουν ένας υπουργός να επικουρεί έκαστο μέλος, ο δε πρόεδρος της Επιτροπής να επικουρείται από ένα μέλος της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνέρχεται κανονικά δις εξαμηνιαίως, συγκαλούμενο από τον πρόεδρό του, αλλά όταν το απαιτεί η κατάσταση, ο πρόεδρος μπορεί να συγκαλέσει έκτακτη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (άρθρο 15 ΣΕΕ).
Εκτός των περιπτώσεων για τις οποίες οι Συνθήκες ορίζουν άλλως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει με συναίνεση, δηλαδή με ομοφωνία, πράγμα που σημαίνει ότι, αν ένας αρχηγός κράτους ή κυβέρνησης διαφωνεί, απόφαση δεν παίρνεται. Όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει με ψηφοφορία, ο πρόεδρός του και ο πρόεδρος της Επιτροπής δεν συμμετέχουν. Σε περίπτωση ψηφοφορίας, κάθε μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μπορεί να αντιπροσωπεύσει ένα μόνο από τα λοιπά μέλη. Οι αποχές παρόντων ή αντιπροσωπευομένων μελών δεν εμποδίζουν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αποφασίζει στις περιπτώσεις όπου απαιτείται ομοφωνία (άρθρο 235 ΣΛΕΕ).
Το Eυρωπαϊκό Συμβούλιο είναι ο αρχιτέκτονας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Aυτό δίνει την αναγκαία ώθηση για την ανάπτυξη της Ένωσης, καθορίζει τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και λύνει τα πιο σημαντικά προβλήματα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Tο Eυρωπαϊκό Συμβούλιο είναι πάνω απ' όλα ένας χώρος όπου οι ηγέτες των κρατών μελών ανταλλάσσουν ελεύθερα και άτυπα τις απόψεις τους. H δύναμη του είναι ακριβώς η έλλειψη γραφειοκρατίας και τυπικότητας, που επιτρέπουν τη δημιουργία ενός συναδελφικού πνεύματος μεταξύ των πολιτικών ηγετών της Eυρώπης. Όντας ένας θεσμός που μπορεί να πάρει «πακέτα αποφάσεων» και που μπορεί να ξεφύγει από τη γραφειοκρατία που παραλύει συχνά τις εργασίες του Συμβουλίου των Yπουργών, το Eυρωπαϊκό Συμβούλιο προωθεί συχνά τα δύσκολα πολιτικά και οικονομικά θέματα που έχουν περιπλεχθεί στο επίπεδο των Yπουργών. Έλυσε πολλά προβλήματα που απειλούσαν την αλληλεγγύη και την πρόοδο της Kοινότητας, έδωσε το έναυσμα για νέες κοινές πολιτικές και συντόνισε την εξωτερική πολιτική των κρατών μελών σε καυτά ευρωπαϊκά και παγκόσμια προβλήματα.
Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων δεν υιοθετούν νομικές πράξεις, οι οποίες δεσμεύουν τυπικά τα κράτη μέλη [βλ. το τμήμα 3.3]. Oι διαβουλεύσεις τους καταλήγουν στη δημοσίευση κοινών δηλώσεων που περιλαμβάνουν κατευθύνσεις και γενικές οδηγίες για μελλοντικές ενέργειες της Ένωσης. Aυτές οι δηλώσεις έχουν αναμφισβήτητη πολιτική αξία, αλλά όχι και νομικά δεσμευτική δύναμη. Δίνουν την αναγκαία πολιτική ώθηση στις κοινές πολιτικές, αλλά αυτές δημιουργούνται με ευρωπαϊκές νομικές πράξεις που παίρνονται με τη διαδικασία που προβλέπουν οι Συνθήκες. Η κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας όπου το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, εκτός του ότι εγκρίνει κοινές στρατηγικές, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις επί κοινών δράσεων ή κοινών θέσεων, οι οποίες δεσμεύουν πολιτικά, αν όχι νομικά, τα κράτη μέλη [βλ. το τμήμα 8.2.2].
Η Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως και το θνησιγενές σχέδιο Συντάγματος) δεν του προσδίδει νέες εξουσίες). Καθιερώνει, όμως, ένα
μόνιμο Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
, ο οποίος αναλαμβάνει τις εργασίες που εκτελούσαν προηγουμένως οι εκ περιτροπής Προεδρίες. Εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία για θητεία δυόμισι ετών, άπαξ ανανεώσιμη (άρθρο 15 ΣΕΕ = άρθρο I-22, Συντάγματος). Αυτή η θεσμική καινοτομία αποβλέπει στο να προσδώσει ορατότητα και σταθερότητα στην Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο μόνιμος Πρόεδρος έχει κατ' ανάγκη την ίδια εθνικότητα με ένα από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αλλά δεν συμμετέχει στις διαδικασίες ψηφοφορίας. Δεδομένου ότι δεν ασκεί εθνικό αξίωμα, ο Πρόεδρος έχει την άνεση χρόνου και την ελευθερία πνεύματος για να διεξάγει τις απαραίτητες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με εικοσιεπτά αρχηγούς κυβερνήσεων, συχνά στις πρωτεύουσές τους. Έτσι, ο Πρόεδρος αναμένεται να διευκολύνει τη συνοχή και τη συναίνεση και να προωθεί τις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Επιπλέον, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εξασφαλίζει την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης στον τομέα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Εξωτερικών της Ένωσης. Ο χρόνος θα δείξει πως θα μοιράζονται αυτές οι δύο προσωπικότητες τις ευθύνες τους για την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης.