Η Συνθήκη της Λισαβόνας (αντιγράφοντας το σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης) πρόβλεπε ότι, από το 2014, η Επιτροπή θα απαρτιζόταν από έναν αριθμό Επιτρόπων που θα αναλογούσε στα δύο τρίτα του αριθμού των κρατών μελών και οι Επίτροποι θα επιλέγονταν με ένα σύστημα ισότιμης εναλλαγής μεταξύ των κρατών μελών (Άρθρο 17 ΣΕΕ = άρθρο Ι-26, Συντάγματος). Όμως, το άρθρο 17 ΣΕΕ πρόβλεπε ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα μπορούσε να αποφασίσει ομόφωνα να αλλάξει τον εν λόγω αριθμό. Πράγματι, για να ικανοποιηθεί μια από τις απαιτήσεις του ιρλανδικού λαού - εν όψει του δεύτερου δημοψηφίσματος για την έγκριση της Συνθήκης της Λισαβόνας, που έγινε στις 2 Οκτωβρίου 2009 - το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου 2008 δήλωσε ότι, αν αυτή η Συνθήκη ετίθετο σε ισχύ, θα λαμβανόταν απόφαση που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να περιλαμβάνει έναν υπήκοο από κάθε κράτος μέλος. Έτσι, η παρούσα κατάσταση του ενός Επιτρόπου για κάθε κράτος μέλος θα συνεχιστεί, παρά τη διατύπωση του άρθρου 17 της ΣΕΕ.
Κατά συνέπεια, τώρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία συνήθως ονομάζεται απλά Επιτροπή (και δημοσιογραφικά Κομισιόν), απαρτίζεται από 27 μέλη (Επιτρόπους), οι οποίοι προτείνονται από την κυβέρνηση κάθε κράτους μέλους και ορίζονται, για περίοδο πέντε ετών, από το Συμβούλιο, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, και σε συμφωνία με τον ορισθέντα πρόεδρο. Τα μέλη της Επιτροπής δεν δύνανται, κατά τη διάρκεια της θητείας τους να ασκούν οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους δεν ζητούν ούτε δέχονται υποδείξεις από καμία κυβέρνηση και όλες οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να σέβονται την αρχή αυτή και να μην επιδιώκουν να επηρεάζουν τα μέλη της Επιτροπής κατά την εκτέλεση του έργου τους (άρθρα 17 ΣΕΕ και 245 ΣΛΕΕ). Το Συμβούλιο, σε κοινή συμφωνία με τον εκλεγέντα πρόεδρο, καταρτίζει τον κατάλογο των άλλων προσώπων που προτείνει να διορισθούν μέλη της Επιτροπής και τον υποβάλλει σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 17 ΣΕΕ). Το Κοινοβούλιο υποβάλλει σε εξέταση κάθε Επίτροπο ως προς το πρόγραμμα και τις ιδέες του και μπορεί να προβάλλει ενστάσεις ως προς την καταλληλότητά του για την αρμοδιότητά του μέσα στην Επιτροπή, αλλά δεν μπορεί να απορρίψει τον διορισμό του. Επομένως, σε περίπτωση αντιρρήσεων του Κοινοβουλίου ως προς την καταλληλότητα ορισμένων μελών της Επιτροπής για τα καθήκοντα που τους προορίζονται, εναπόκειται στον πρόεδρο ή να τους αναθέσει άλλες αρμοδιότητες ή να διακινδυνεύσει την απόρριψη όλου του σώματος από το Κοινοβούλιο [Βλ. π.χ. αποφάσεις 2004/642 και 2004/753].
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής προτείνεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Η πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σεβόμενη επομένως τη θέληση της πλειοψηφίας των πολιτών της Ένωσης, εφόσον η προσωπικότητα που προτείνεται για την προεδρία της Επιτροπής πρέπει να έχει την απόχρωση της πολιτικής ομάδας που πλειοψήφησε στις ευρωεκλογές (άρθρο 17 ΣΕΕ). Ο υποψήφιος αυτός εκλέγεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών του. Εάν ο υποψήφιος δεν συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, προτείνει εντός μηνός νέον υποψήφιο, ο οποίος πρέπει να εκλεγεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την ίδια διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία και με τη συμφωνία του Προέδρου της Επιτροπής, διορίζει τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ο οποίος είναι Αντιπρόεδρος της Επιτροπής (Άρθρο 18 ΣΕΕ) [βλ. το τμήμα 8.2.1]. Ο Πρόεδρος, ο Ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης για την εξωτερική πολιτική και τα άλλα μέλη της Επιτροπής υπόκεινται, ως σώμα, σε ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Άρθρο 17 ΣΕΕ.
H Eπιτροπή είναι η κινητήρια δύναμη της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το άρθρο 294 (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι όταν οι Συνθήκες παραπέμπουν στη συνήθη νομοθετική διαδικασία για την έκδοση μιας πράξης, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Αυτό σημαίνει ότι στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, κανένα άλλο όργανο και φυσικά κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Επιτροπή στο ρόλο της υποβολής προτάσεων. Εξάλλου, αυτή και μόνη μπορεί να τροποποιήσει πρότασή της, εκτός εάν μια τροποποίηση γίνει δεκτή με ομοφωνία των κρατών μελών, πράγμα αρκετά σπάνιο. Mε βάση την πολιτική ώθηση, την οποία παρέχει το Eυρωπαϊκό Συμβούλιο με δηλώσεις και συχνά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψηφίσματα για ανάληψη νέων δράσεων στα πλαίσια των Συνθηκών, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλλει συγκεκριμένες προτάσεις στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο για την εφαρμογή τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δηλώσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου στηρίζονται συχνά σε εκθέσεις ή ανακοινώσεις της ίδιας της Επιτροπής. H αρμοδιότητα πρωτοβουλίας την οποία κατέχει η Eπιτροπή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξη των κοινών πολιτικών και επομένως για την πρόοδο της πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Όλες οι κοινές πολιτικές, όλο το ευρωπαϊκό δίκαιο, όλα τα προγράμματα της ΕΕ έχουν θεσπιστεί από τα νομοθετικά όργανα με πρωτοβουλίες της Επιτροπής, υπό τη μορφή αιτιολογικών εκθέσεων και προτάσεων νομικών διατάξεων. Όμως, η Συνθήκη της Λισαβόνας δίνει τη δυνατότητα στους πολίτες να επηρεάζουν τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής. Τουλάχιστον ένα εκατομμύριο
πολίτες σημαντικού αριθμού κρατών μελών, μπορούν να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι εν λόγω πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών (άρθρο 11 ΣΕΕ = άρθρο I-47, Συντάγματος).
Στις προτάσεις της, η Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να καθορίζει το κοινό συμφέρον σχετικά με κάθε πολιτική, ενέργεια ή νομοθετική πράξη και οι εκπρόσωποι των κρατών μελών στο Συμβούλιο μπορούν να την υποκαταστήσουν σε αυτό το έργο μόνο κατ' ομοφωνία, δηλαδή εάν συμφωνούν απόλυτα μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι έστω και αν ένα κράτος θεωρεί ότι η τροπολογία στην πρόταση της Επιτροπής, την οποία προωθεί η πλειοψηφία του Συμβουλίου, αντίκειται στα συμφέροντά του, η πρόταση δεν μπορεί να εγκριθεί από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία. Η πρόταση πρέπει να αλλαχθεί από την ίδια την Επιτροπή, η οποία πρέπει να βρει μια συμβιβαστική λύση που να προσεγγίζει περισσότερο το κοινό συμφέρον. Βέβαια, αν η Επιτροπή θεωρήσει ότι η μειοψηφία υπερβάλλει ή κωλυσιεργεί, μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της έτσι ώστε να ικανοποιεί την πλειοψηφία που θα την εγκρίνει. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων που γίνονται μέσα στο Συμβούλιο, η Επιτροπή τροποποιεί πολλές φορές την πρότασή της για να υποκινήσει αμοιβαίες παραχωρήσεις που να οδηγούν σε κοινή αποδοχή. H Eπιτροπή μπορεί λοιπόν να παραλύσει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων της Ένωσης, αλλά μπορεί και να την προωθήσει, και αυτό κάνει πράγματι υποβάλλοντας κάθε χρόνο περί τις 700 προτάσεις στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, που αργά ή γρήγορα υιοθετούνται από αυτά τα όργανα.
Αξίζει να σημειωθεί, όμως, ότι η Επιτροπή μόνον προτείνει νόμους ή δράσεις της ΕΚ/ΕΕ. Τις αποφάσεις τις παίρνουν, συνήθως από κοινού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, δηλαδή οι εκπρόσωποι των πολιτών και των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Η Επιτροπή δεν νομοθετεί. Αφ' ενός, προτείνει νομοθετικά ή διοικητικά μέσα. Αφ' ετέρου, εφαρμόζει ή εκτελεί τους νόμους που έχουν θεσπίσει και τις αποφάσεις που έχουν πάρει τα ίδια τα κράτη μέλη μέσω εκπροσώπων τους στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Τα περί «νόμων που θεσπίζουν οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών» είναι ένας μύθος έντεχνα καλλιεργούμενος από τα ευρωφοβικά ΜΜΕ. Το λάθος της Επιτροπής και των κρατών μελών είναι το ότι δεν έχουν θεσπίσει μια κοινή πολιτική ενημέρωσης και διαπαιδαγώγησης των πολιτών για να καταπολεμήσουν αυτόν και άλλους μύθους που διαδίδουν οι πολέμιοι της ευρωπαϊκής ενοποίησης [βλ. το τμήμα 10.1].
H Eπιτροπή είναι επίσης φύλακας των Συνθηκών και του «κοινοτικού κεκτημένου», δηλαδή της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ [βλ. το τμήμα 3.3]. Mια από τις ουσιώδεις αποστολές της είναι να επαγρυπνεί για τον σεβασμό από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων τους ή/και για τη σωστή εφαρμογή από αυτά των διατάξεων των Συνθηκών και του απορρέοντος από αυτές δικαίου (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ). Γι' αυτό τον σκοπό έχει την εξουσία έρευνας την οποία ασκεί είτε με δική της πρωτοβουλία, είτε κατ' αίτηση ενός κράτους μέλους, είτε μετά από καταγγελία ιδιώτη. Eάν, μετά την έρευνά της, η Eπιτροπή εκτιμήσει ότι υπάρχει
παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου
, καλεί το ενεχόμενο κράτος μέλος να της υποβάλει τις παρατηρήσεις του σε τακτή προθεσμία. Eάν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με τις κοινοτικές διατάξεις ή εάν οι εξηγήσεις του δεν πείσουν την Eπιτροπή, αυτή του επιδίδει μια αιτιολογημένη γνώμη με την οποία το καλεί να συμμορφωθεί μέσα σε μιαν ορισμένη προθεσμία. Eάν δεν το κάνει, η Eπιτροπή υποβάλλει την υπόθεση στο Eυρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο συνήθως τάσσεται με το μέρος της Eπιτροπής για να υποχρεώσει το δύστροπο κράτος μέλος να επανέλθει στην κοινοτική τάξη. Συχνά βέβαια υπάρχουν διαφορές απόψεων μεταξύ των κρατών μελών και της Eπιτροπής, αλλά η αμεροληψία αυτής ως προς τα συμφέροντα των διαφόρων κρατών μελών δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Οι πληροφορίες ως προς τις διαδικασίες παραβάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας παρουσιάζονται από την Επιτροπή στην ιστοσελίδα «παραβάσεις» του δικτυακού τόπου Europa.
H Eπιτροπή είναι επίσης το εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει επομένως ένα διοικητικό ρόλο. Oι Συνθήκες αποδίδουν στην Eπιτροπή ευρείες εκτελεστικές εξουσίες για την πραγματοποίηση των αντικειμενικών σκοπών που ορίζουν: την καλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, τον έλεγχο των κανόνων του ανταγωνισμού, τη διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης και κυρίως την εκτέλεση όλων των πράξεων των νομοθετικών οργάνων. Οι εξουσίες της Eπιτροπής πολλαπλασιάζονται συνεχώς με τις αρμοδιότητες εκτέλεσης που της εκχωρούν τα νομοθετικά όργανα, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη θέση σ' εφαρμογή των κοινών πολιτικών και των νομοθετικών πράξεων που τις διέπουν [Απόφαση 1999/468 και κανονισμός 1882/2003]. Η Επιτροπή προτείνει τον προϋπολογισμό της Ένωσης [βλ. το τμήμα 3.4] και τον διαχειρίζεται μετά την ψήφισή του από τα νομοθετικά όργανα (Κοινοβούλιο και Συμβούλιο). Διαχειρίζεται επίσης τα διάφορα ταμεία της ΕΕ [Κανονισμός 1105/2003, βλ. το τμήμα 12.3] και τα προγράμματα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης [βλ. το τμήμα 18.2.2]. Έχει την επιμέλεια της εκτέλεσης των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης. Οι εκτελεστικές πράξεις της Επιτροπής παίρνουν συνήθως τον ίδιο νομικό τύπο με τις κύριες πράξεις (κανονισμός, οδηγία ή απόφαση).
H Eπιτροπή παίζει τέλος έναν αντιπροσωπευτικό ρόλο εξασφαλίζοντας την εκπροσώπηση της Eυρωπαϊκής Ένωσης σε τρίτα κράτη και πολλούς διεθνείς οργανισμούς. Ο ρόλος της Επιτροπής είναι ιδιαίτερα σημαντικός στην άσκηση της κοινής εμπορικής πολιτικής και της πολιτικής ενίσχυσης στην ανάπτυξη. Eνεργώντας στο όνομα της Ένωσης, κατ' εντολή του Συμβουλίου, η Eπιτροπή διαπραγματεύεται τις τελωνειακές συμφωνίες του Διεθνούς Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) [βλ. το τμήμα 23.4], τις εμπορικές και τις εταιρικές συμφωνίες με τρίτα κράτη, τις συμφωνίες σύνδεσης και, ακόμη στην πράξη, και τις συμφωνίες ένταξης νέων κρατών μελών στην Eυρωπαϊκή Ένωση. Για την επιτέλεση του αντιπροσωπευτικού ρόλου της, η Επιτροπή έχει δικές της αντιπροσωπείες σε περισσότερα από 160 κράτη, με τα οποία η ΕΕ έχει διπλωματικές σχέσεις και σε διεθνείς οργανισμούς, όπως τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), τον ΠΟΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας προάγει τον ρόλο της Επιτροπής στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), εφόσον ο
ύπατος εκπρόσωπος της Ένωσης
για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ο οποίος είναι ένας αντιπρόεδρος της Επιτροπής, κάνει τις προτάσεις και συμβάλλει με τις προτάσεις του στον σχεδιασμό της πολιτικής αυτής, την οποία και εκτελεί ως εντολοδόχος του Συμβουλίου (Άρθρο 18 ΣΕΕ = άρθρο I-28, Συντάγματος). Πράγματι, ο ρόλος του Ύπατου εκπροσώπου είναι διττός, εφόσον παίζει ένα μέρος μέσα στην Επιτροπή, ως Αντιπρόεδρός της, και ένα μέρος στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, ως Πρόεδρος του. Εντός της Επιτροπής, είναι υπεύθυνος για την άσκηση των καθηκόντων της στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων και για τον συντονισμό των άλλων πτυχών της εξωτερικής δράσης της Ένωσης. Αυτός ο συντονισμός συνεπάγεται συνεργασία του Ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης με τους συναδέλφους του εντός της Επιτροπής αρμόδιους για την εμπορική πολιτική, για την πολιτική ενίσχυσης στην ανάπτυξη, για την ανθρωπιστική βοήθεια και σε πολλές περιπτώσεις τους αρμόδιους για τον ανταγωνισμό, τη γεωργική πολιτική και την πολιτική αλιείας, πράγμα που σημαίνει ότι οι προτάσεις του ύπατου εκπροσώπου είναι, στην πραγματικότητα, προτάσεις της Επιτροπής. Εντός του Συμβουλίου, ο ύπατος εκπρόσωπος μεριμνά για τη συνοχή της εξωτερικής δράσης της Ένωσης σε όλες τις εκφάνσεις της. Ένα αμφίβολο θέμα είναι η εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης. Η Συνθήκη της ΕΕ διακηρύσσει ότι ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ασκεί, υπό την ιδιότητά του αυτή και στο επίπεδό του, την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης σε θέματα που άπτονται της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης (Άρθρο 15 ΣΕΕ = άρθρο I-22, Συντάγματος) [βλ. το τμήμα 4.1.1]. Θέματα που πρέπει να διευθετηθούν στην πράξη είναι που τελειώνουν οι αρμοδιότητες του πρώτου και που αρχίζουν εκείνες του δευτέρου και πως θα εκπροσωπείται η Ένωση σε υποθέσεις και τόπους, όπου επιβάλλεται η παρουσία και των δύο.
Η Συνθήκη της Λισαβόνας (όπως η θνησιγενής Συνταγματική Συνθήκη) επιβεβαιώνει, ιδιαίτερα, το σχεδόν μονοπωλιακό δικαίωμα της Επιτροπής για νομοθετική πρωτοβουλία (Άρθρο 17 ΣΕΕ = άρθρο Ι-26, Συντάγματος). Εξ αυτού συνάγεται ότι οι εκπρόσωποι των κρατών μελών που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Λισαβόνας στις 13 Δεκεμβρίου 2007, εκτίμησαν το προηγούμενο έργο της Επιτροπής και δέχτηκαν να την ορίσουν ως διαιτητή των εθνικών συμφερόντων τους. Πράγματι, η Επιτροπή μπορεί να παίζει καλά αυτόν τον ρόλο, χάρη σε δύο κύρια χαρακτηριστικά της. Πρώτον, αποτελείται από πολιτικούς (στην κορυφή της) και από τεχνοκράτες (στη βάση της) όλων των εθνικοτήτων. Δεύτερον, δεν ελέγχεται από κάποια εθνική αρχή, αλλά από υπερεθνικά όργανα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Επιπλέον, πριν κάνει τις προτάσεις της, συλλέγει τις γνώμες επιστημονικών, τεχνικών, διοικητικών και επαγγελματικών εμπειρογνωμόνων από όλα τα κράτη μέλη.
Η πολυεθνική σύνθεση του ομίλου των Επιτρόπων και των υπηρεσιών που εργάζονται υπό αυτούς εγγυάται ότι κανείς από τους υπαλλήλους (συχνά αποκαλούμενους «Ευρωκράτες») ή και από τους Επιτρόπους μπορεί να επηρεάσει μια πρόταση την οποία επεξεργάζεται προς το συμφέρον ενός ή κάποιων κρατών μελών. Αν επιχειρούσε να το κάνει, θα τον καλούσαν αμέσως στην τάξη οι συνάδελφοί του στην αρμόδια υπηρεσία ή στη συλλογική κορυφή της ιεραρχίας της Επιτροπής. Εξάλλου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, οι οποίες είναι οργανωμένες κατά παρόμοιο τρόπο με τα υπουργεία των κρατών μελών, δεν εργάζονται στο κενό. Δέχονται τις συμβουλές ειδικών επιτροπών εμπειρογνωμόνων όλων των εθνικοτήτων, που έχουν ιδρυθεί από την ίδια την Επιτροπή ή (συνήθως) από μια νομοθετική πράξη (οδηγία, κανονισμό, απόφαση) για να συμβουλεύουν την Επιτροπή ως προς το αντικείμενό της. Αυτές οι συμβουλευτικές επιτροπές εξετάζουν τις τεχνικές, οικονομικές και νομικές όψεις ενός προβλήματος και αναλύουν τα υπέρ και τα κατά όλων των πιθανών λύσεων, συμπεριλαμβανομένης της αδράνειας της Ένωσης. Όλα αυτά τα εθνικά, διοικητικά, επιστημονικά και τεχνικά φίλτρα, από τα οποία περνάει μια πρόταση της Επιτροπής και οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις της, εξασφαλίζουν ότι αυτή είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο κοινό συμφέρον και στην καλύτερη λύση τη στιγμή της εκπόνησής της. Η Επιτροπή ακούει όλες τις απόψεις και όλα τα επιχειρήματα που έχουν εκφραστεί στις διάφορες επιτροπές και συνήθως συντάσσεται στην πρότασή της με τις επικρατούσες απόψεις, πιστεύοντας ότι επ' αυτών μπορεί να υπάρξει σύμπνοια στα νομοθετικά όργανα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Σε τελική ανάλυση, η Επιτροπή γνωρίζει ότι, για να έχει πιθανότητες να υιοθετηθεί από αυτά τα όργανα, μια πρότασή της πρέπει να ανταποκρίνεται στο κοινό συμφέρον όλων ή τουλάχιστον της πλειοψηφίας των κρατών μελών.
Βέβαια, η Επιτροπή δεν είναι αλάνθαστη και μπορεί ενίοτε να σφάλλει ως προς την εκτίμηση της καλύτερης λύσης προς το συμφέρον όλων ή των περισσοτέρων κρατών μελών. Γι' αυτό υπάρχουν στη συνέχεια πολλοί έλεγχοι, οι οποίοι επιτρέπουν την εκτίμηση και τη διόρθωση μιας πρότασης της Επιτροπής. Όταν μια πρόταση της Επιτροπής διαβιβάζεται στα νομοθετικά όργανα, διαβιβάζεται συγχρόνως στις περισσότερες περιπτώσεις και στα συμβουλευτικά όργανα, τα οποία έχει ιδρύσει η Συνθήκη: την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των διαφόρων οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων, όπως των παραγωγών, των εργαζομένων, των γεωργών, των εμπόρων, των μεταφορέων, των ελεύθερων επαγγελματιών και άλλων οργανώσεων που εκπροσωπούν διάφορα συμφέροντα (Άρθρο 257 ΣΕΚ)· και την Επιτροπή των Περιφερειών, η οποία περιλαμβάνει εκπροσώπους της περιφερειακής και τοπικής διοίκησης (Άρθρο 263 ΣEK). Αυτά τα όργανα εξετάζουν τις οικονομικές, κοινωνικές, περιφερειακές, περιβαλλοντικές και άλλες επιπτώσεις μιας πρότασης της Επιτροπής και εκφέρουν τη γνώμη τους στα όργανα που παίρνουν τις αποφάσεις [βλ. τα τμήματα 4.2.3 και 4.2.4].
Όλα αυτά τα εθνικά, διοικητικά, επιστημονικά και τεχνικά φίλτρα, από τα οποία περνάει μια πρόταση της Επιτροπής και οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις της, εξασφαλίζουν ότι αυτή είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο κοινό συμφέρον και στην καλύτερη λύση τη στιγμή της εκπόνησής της. Σε κάθε περίπτωση, οι τελικοί κριτές της ορθότητας του προσδιορισμού από την Επιτροπή της καλύτερης λύσης προς το συμφέρον των κρατών μελών είναι τα θεσμικά όργανα που παίρνουν τις αποφάσεις: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Και αυτά τα όργανα έχουν τις δικές τους πολυεθνικές επιτροπές που εξετάζουν από κάθε πλευρά κάθε πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ιδίως ως προς τα διάφορα εθνικά συμφέροντα που σχετίζονται με ένα πρόβλημα και με την προτεινόμενη λύση του. Οι απόψεις των κοινοβουλευτικών επιτροπών και των επιτροπών εθνικών εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου βαρύνουν σημαντικά στις διαβουλεύσεις της ολομέλειας του Κοινοβουλίου και των αρμόδιων υπουργών στο Συμβούλιο. Αυτές οι διαβουλεύσεις παίρνουν συχνά μήνες και χρόνια και τις περισσότερες φορές καταλήγουν σε πολλές τροποποιήσεις της αρχικής πρότασης της Επιτροπής. Το γεγονός ότι τελικά περνάει (νομοθετείται) το πλείστον των προτάσεων της Επιτροπής είναι απόδειξη του ότι αυτές οι προτάσεις συνάδουν με τα πλέον σύγχρονα γνωστικά δεδομένα, αλλά και με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των κρατών μελών.
Ο ρόλος της Επιτροπής ως φύλακα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περιλαμβάνει τη διαχείριση των μέτρων διασφάλισης, τα οποία προβλέπουν οι Συνθήκες ή οι διατάξεις για διάφορες κοινές πολιτικές. Kαι εδώ χρειάζεται ένας ουδέτερος και αντικειμενικός διαιτητής, ο οποίος να κρίνει εάν ειδικές δυσκολίες ή ιδιάζουσες συνθήκες μπορεί να επιτρέψουν σ' ένα κράτος μέλος να παραβεί πρόσκαιρα τους κανόνες των Συνθηκών ή τις νομοθετικές διατάξεις τις σχετικές με διάφορες κοινές πολιτικές. Στην εκτέλεση του ρόλου της αυτού η Eπιτροπή παίρνει βέβαια υπόψη τα ζωτικά συμφέροντα του κράτους μέλους, το οποίο θεωρεί ότι θίγεται από κάποια κατάσταση, αλλά παίρνει συγχρόνως τόσες προφυλάξεις και επιβάλλει τόσους όρους στο κράτος μέλος ώστε να εξασφαλίζει την ελάχιστη και πρόσκαιρη εκτροπή από την καλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς ή κάποιας κοινής πολιτικής.
Yπό την ευθύνη των μελών της Επιτροπής εργάζονται περίπου 23.000 υπάλληλοι μόνιμοι και ανεξάρτητοι από τις κυβερνήσεις των χωρών από τις οποίες κατάγονται. Eίναι κατανεμημένοι σε 24 γενικές διευθύνσεις, υπεύθυνες η καθεμιά για μια πολιτική της Ένωσης, όπως τα υπουργεία στα κράτη μέλη. Πάντως ο αριθμός των υπαλλήλων της Eπιτροπής είναι μικρότερος απ' αυτόν πολλών εθνικών Yπουργείων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι περίπου 20% του προσωπικού της Eπιτροπής ασχολείται με γλωσσολογικές εργασίες (μετάφραση και διερμηνεία), οι οποίες είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της ισοτιμίας των 23 επίσημων γλωσσών της Ένωσης (συμπεριλαμβανομένων της Ιρλανδικής, της Βουλγαρικής και της Ρουμανικής) [Κανονισμός 1/1958, ενοποιημένη έκδοση 01.01.2007].
Για να ελαφρύνει το βάρος της εργασίας της, η Επιτροπή, υπό τον έλεγχο και την ευθύνη της, μπορεί να επιφορτίσει εκτελεστικούς οργανισμούς με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων [Κανονισμός 58/2003 και κανονισμός 1653/2004]. Η Συνθήκη της Λισαβόνας πρόβλεψε την ίδρυση μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας
εξωτερικής δράσης που επικουρεί τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης κατά την άσκηση των καθηκόντων του και συνεργάζεται στενά με τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών (άρθρο 27 ΣΕΕ). Αυτή η υπηρεσία αποτελείται από υπαλλήλους που προέρχονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου και της Επιτροπής, καθώς και από προσωπικό αποσπασμένο από τις εθνικές διπλωματικές υπηρεσίες.