Choose language: EnglishFrenchΕλληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

4.3.  H νομοθετική διαδικασία της ΕΕ

    Η Συνθήκη της Λισαβόνας καθιέρωσε τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, η οποία συνίσταται στην έκδοση νομικών πράξεων - κανονισμών, οδηγιών ή αποφάσεων - από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής. Στην πράξη, η συνήθης νομοθετική διαδικασία είναι μια εξέλιξη της «κοινοτικής μεθόδου» λήψης των αποφάσεων, η οποία είναι ένας πρωτότυπος συνδυασμός: τεχνοκρατικών προτάσεων, που προέρχονται από την Επιτροπή και έχουν τύχει τεχνικής επεξεργασίας με την ενεργό συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από όλα τα κράτη μέλη· και νομοθετικών πράξεων  που λαμβάνονται με συναπόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο εκπροσωπεί τους πολίτες της Ένωσης και του Συμβουλίου, το οποίο εκπροσωπεί τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία (άρθρο 294 ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 251 ΣΕΚ)· πράξεων ελεγχόμενων από υπερεθνική δικαστική αρχή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 263 ΣΛΕΕ). Η θέσπιση νομοθετικών πράξεων και, επομένως, η χρήση της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας αποκλείεται ρητά για όλα τα θέματα που αφορούν τη κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (άρθρο 31 ΣΕΕ) [βλ. το τμήμα 8.2.2].

    Ειδική νομοθετική διαδικασία προβλέπεται από τις Συνθήκες, σε ειδικές περιπτώσεις, για την έκδοση νομικών πράξεων: είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη συμμετοχή του Συμβουλίου ή από το Συμβούλιο με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου· είτε μετά από πρωτοβουλία ομάδας κρατών μελών ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μετά από σύσταση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή αίτημα του Δικαστηρίου ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (άρθρο 289 ΣΛΕΕ). Όπως φαίνεται, η ειδική νομοθετική διαδικασία αποκλίνει από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, είτε γιατί το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν ενεργούν από κοινού (π.χ. άρθρα 19, 21, 64, 113. 115, 127, 192, 223, 311-312 ΣΛΕΕ), είτε γιατί η πρωτοβουλία για την έκδοση νομικής πράξης δεν προέρχεται από την Επιτροπή, αλλά από άλλο θεσμικό όργανο ή ομάδα κρατών μελών (άρθρα 228, 308, 349 ΣΛΕΕ). Όταν η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι νομοθετικές πράξεις εκδίδονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται να θεσπίζει απόφαση για την έκδοση αυτών των νομοθετικών πράξεων σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 48 ΣΕΕ).

    Πράγματι, οι Συνθήκες αποδίδουν στην Eπιτροπή την πρωτοβουλία στη συνήθη νομοθετική διαδικασία της ΕΕ [βλ. το τμήμα 4.1.2.]. Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, η Επιτροπή εκπονεί όλες τις προτάσεις νομοθετικών πράξεων: κανονισμών, οδηγιών και αποφάσεων. O ρόλος της Eπιτροπής είναι πολιτικός στο μέτρο που επιλέγει και προετοιμάζει το έδαφος επί του οποίου κτίζεται το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αλλά κατά τα άλλα ο ρόλος της είναι τεχνοκρατικός, εφόσον οι προτάσεις της βασίζονται σε τεχνικές ή/και επιστημονικές εκτιμήσεις. Χρησιμοποιώντας μια «μέθοδο ανάλυσης του αντίκτυπου», η Επιτροπή αναλύει τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός προτεινόμενου μέτρου (π.χ., στις επιχειρήσεις, στις συναλλαγές, στην απασχόληση, στο περιβάλλον ή στην υγεία). Τα αποτελέσματα κάθε αξιολόγησης δημοσιεύονται [SEC/2011/126]. Επιπλέον, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τον ορισμό του κοινού συμφέροντος ή του συμφέροντος της Ένωσης. Για να έχει πιθανότητες αποδοχής της πρότασής της, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα συχνά διάφορα συμφέροντα των κρατών μελών και να προσπαθεί να προσδιορίσει και εκφράσει το κοινό συμφέρον. Εάν δεν επιτύχει σε αυτήν την προσπάθειά της ή δεν τροποποιήσει μόνη της την πρότασή της, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των άλλων ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, όλα τα κράτη μέλη μαζί, σε πλήρη συμφωνία μέσα στο Συμβούλιο, πρέπει να ορίσουν πιο είναι το κοινό συμφέρον που εμπεριέχεται σε μια πρόταση κοινή πολιτικής ή κοινού μέτρου (άρθρο 293 ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 250 ΣΕΚ), πράγμα που συμβαίνει σπανίως. Στην πράξη, τα τρία θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη νομοθετική διαδικασία  – Επιτροπή, Κοινοβούλιο και Συμβούλιο – ελέγχουν τις αντίστοιχες εξουσίες τους, όπως αυτές ορίζονται από τις Συνθήκες [Βλ. π.χ. Συμφωνία-πλαίσιο και Δήλωση του Συμβουλίου].

    Η εξουσία πρωτοβουλίας δεν συνεπάγεται νομοθεσία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι Συνθήκες εξουσιοδοτούν την Επιτροπή να προτείνει νομοθετικές πράξεις και να εκτελεί τις νομικές και άλλες αποφάσεις των νομοθετικών οργάνων. Οι ρητορικές αιτιάσεις κατά των αποφάσεων των «τεχνοκρατών των Bρυξελλών» (δηλαδή της Επιτροπής) είναι κακόβουλα λανθασμένες. Eίναι αλήθεια ότι οι τεχνοκράτες προτείνουν νομοθετικά μέτρα, αλλά οι αποφάσεις παίρνονται από πολιτικούς θεσμούς που εκπροσωπούν τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις (Συμβούλιο) και τους πολίτες (Kοινοβούλιο) των κρατών μελών. Με εξαίρεση ορισμένους τομείς, όπως του ανταγωνισμού, όπου οι Συνθήκες της δίνουν πλήρη αρμοδιότητα, η Επιτροπή μπορεί μόνο να παίρνει αποφάσεις εφαρμογής των βασικών αποφάσεων των νομοθετικών οργάνων.

    Όταν μια πρόταση υιοθετηθεί από την Eπιτροπή, διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, για πρώτη ανάγνωση (άρθρο 294 ΣΛΕΕ) και πολύ συχνά, στην Oικονομική και Kοινωνική Eπιτροπή και στην Eπιτροπή των Περιφερειών για γνώμη. Tότε αρχίζει νέος κύκλος λεπτομερειακών διαβουλεύσεων στα πλαίσια της αρμόδιας επιτροπής εθνικών εμπειρογνωμόνων, της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και των ομάδων εργασίας της OKE και της Eπιτροπής των Περιφερειών. Oι ομάδες συμφερόντων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες έχουν λάβει έγκαιρα γνώση της πρότασης της Eπιτροπής, προσπαθούν να ασκήσουν την επιρροή τους πάνω στους τεχνικούς και πολιτικούς εμπειρογνώμονες και, αν η πρόταση έχει μεγάλη σημασία, πάνω στην κοινή γνώμη. Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες προδιαγραφές που ισχύουν για τις διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη [COM (2002) 277]. Οι προδιαγραφές αυτές επιτρέπουν σε εκείνους που αφορά μια πρόταση να εκφράσουν τις απόψεις τους και επομένως να συμμετάσχουν στη νομοθετική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή τηρούν Μητρώο Διαφάνειας για οργανώσεις και αυτοαπασχολούμενα άτομα που συμμετέχουν στη διαμόρφωση και εφαρμογή των πολιτικών της ΕΕ [Συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής]. Οι πολίτες έχουν πρόσβαση στα διάφορα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας μέσω της υπηρεσίας του διαδικτύου EUR-Lex.

    Ο διάλογος μεταξύ όλων αυτών των συνομιλητών, οι οποίοι εκπροσωπούν όλα τα κράτη μέλη και όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, τείνει να επιβεβαιώσει ή να επαναπροσδιορίσει το κοινό συμφέρον που έχει καθοριστεί στην πρόταση της Επιτροπής. Δεδομένου ότι συνήθως μια κοινή πολιτική δεν μπορεί να ικανοποιεί πλήρως όλα τα εθνικά συμφέροντα, απαιτούνται συζητήσεις εντός και μεταξύ των κυρίων οργάνων για να βρεθεί ο κοινός παρανομαστής που ικανοποιεί περισσότερο τα πιο πολλά εθνικά συμφέροντα. Tο κείμενο που υιοθετείται τελικά από τα νομοθετικά όργανα παίρνει λίγο έως πολύ υπόψη τα εθνικά, τα επαγγελματικά και τα άλλα συμφέροντα που έχουν εκφραστεί κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς διαδικασίας.

    Eννοείται ότι το κοινό συμφέρον δεν μπορεί να θίγει ένα «ουσιώδες συμφέρον» ενός κράτους μέλους της Ένωσης. Aλλά ο ορισμός του ουσιώδους συμφέροντος είναι αναγκαστικά υποκειμενικός. Kάθε κράτος έχει μια φυσική τάση να υπερβάλλει τα δικά του προβλήματα και να υποτιμάει εκείνα των άλλων. Γι' αυτό η διαδικασία λήψης των αποφάσεων της ΕΕ μπορεί συχνά να καταλήγει σε αδιέξοδα και χρειάζονται οι συνδυασμένες προσπάθειες της Eπιτροπής και της προεδρίας του Συμβουλίου για να αποφεύγονται τέτοια αδιέξοδα. Πρέπει να πεισθούν, αφενός η πλειοψηφία να κάνει τις αναγκαίες παραχωρήσεις για να προσεταιριστεί τη μειοψηφία και, αφετέρου, το κράτος μέλος που υποστηρίζει μια ακραία ή μεμονωμένη θέση να δεχθεί ότι τα γενικά πλεονεκτήματα μιας συμφωνίας είναι πιο σημαντικά από τα ειδικά του συμφέροντα. Παρόλο που υποστηρίζουν πάνω απ' όλα τα συμφέροντα των κυβερνήσεων τους, τα μέλη του Συμβουλίου παίρνουν συχνά υπόψη τους τούς συλλογικούς σκοπούς και τις ανάγκες της Ένωσης. Aυτό είναι εκείνο που διακρίνει το Συμβούλιο από μια διακυβερνητική διάσκεψη, όπου τα εθνικά συμφέροντα υποσκελίζουν το κοινό συμφέρον [βλ. το τμήμα 4.1.4].

    Σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, η οποία αντικατέστησε τη διαδικασία συναπόφασης (άρθρο 294 ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 251 ΣΕΚ), η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Το Κοινοβούλιο καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση και τη διαβιβάζει στο Συμβούλιο. Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, εκδίδεται η σχετική πράξη με τη διατύπωση που αποδίδει τη θέση του Κοινοβουλίου. Εάν το Συμβούλιο δεν εγκρίνει τη θέση του Κοινοβουλίου, καθορίζει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση και τη διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εξηγώντας τους λόγους που το οδήγησαν να καθορίσει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση. Η Επιτροπή ενημερώνει επίσης το Κοινοβούλιο για τη θέση της.

    Εάν, εντός τριών μηνών από τη διαβίβαση της θέσης αυτής, το Κοινοβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση: (α) εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ή δεν διατυπώσει γνώμη, η σχετική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε με τη διατύπωση που αποδίδει τη θέση του Συμβουλίου· (β) απορρίψει με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών του τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, η σχετική πράξη θεωρείται ότι δεν εκδόθηκε· (γ) προτείνει, με την πλειοψηφία των μελών του που το απαρτίζουν, τροπολογίες επί της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, το ούτως τροποποιημένο κείμενο διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, η οποία γνωμοδοτεί για τις τροπολογίες αυτές. Η Επιτροπή μπορεί να παίξει τον ρόλο διαιτητού μεταξύ των δύο οργάνων που παίρνουν τις αποφάσεις, αποδεχόμενη στην αναθεωρημένη πρότασή της μερικές από τις τροπολογίες που προτείνει το Κοινοβούλιο.

    Εάν, εντός τριών μηνών από την παραλαβή των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία ή ομόφωνα για τις τροπολογίες για τις οποίες η Επιτροπή έχει εκφέρει αρνητική γνώμη: (α) εγκρίνει όλες τις εν λόγω τροπολογίες, η σχετική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε· (β) δεν εγκρίνει όλες τις τροπολογίες, ο πρόεδρος του Συμβουλίου, σε συμφωνία με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συγκαλεί την επιτροπή συνδιαλλαγής εντός έξι εβδομάδων.

    Η επιτροπή συνδιαλλαγής, που αποτελείται από τα μέλη του Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους και από ισάριθμους αντιπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έχει ως αποστολή την επίτευξη συμφωνίας επί κοινού σχεδίου, με την ειδική πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου ή των αντιπροσώπων τους και με την πλειοψηφία των αντιπροσώπων του Κοινοβουλίου, εντός έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της, βάσει των θέσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σε δεύτερη ανάγνωση. Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής συνδιαλλαγής και αναλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες με σκοπό την προσέγγιση των θέσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Εάν, εντός έξι εβδομάδων από τη σύγκλησή της, η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν εγκρίνει κοινό σχέδιο, θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εκδόθηκε. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, η επιτροπή συνδιαλλαγής εγκρίνει κοινό σχέδιο, το διαβιβάζει στα δύο όργανα για τρίτη ανάγνωση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διαθέτουν έκαστο προθεσμία έξι εβδομάδων από την έγκριση αυτή για να εκδώσουν την οικεία πράξη σύμφωνα με το εν λόγω σχέδιο, με την πλειοψηφία των ψηφισάντων όσον αφορά το Κοινοβούλιο και με ειδική πλειοψηφία όσον αφορά το Συμβούλιο. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρείται ότι η προτεινόμενη πράξη δεν εκδόθηκε.

    Το άρθρο 16 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ότι, πλην των περιπτώσεων για τις οποίες οι Συνθήκες ορίζουν άλλως, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Οι λεπτομερείς κανόνες της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία καθορίζονται σε αυτό το άρθρο της ΣΕΕ και στο άρθρο 238, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο Αριθ. 36 για τις διατάξεις σχετικά με την ειδική πλειοψηφία, έως τις 31 Οκτωβρίου 2014, οι ψήφοι των μελών του Συμβουλίου σταθμίζονται ως εξής, έτσι ώστε η επιρροή κάθε κράτους μέλους στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων να αντιστοιχεί λίγο ως πολύ στο μέγεθος του πληθυσμού του:

    ·         Γερμανία, Γαλλία, Iταλία και Hνωμένο Bασίλειο από 29

    ·         Iσπανία και Πολωνία 27·

    ·         Ρουμανία 14·

    ·         Oλλανδία 13·

    ·         Bέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Eλλάδα, Ουγγαρία και Πορτογαλία από 12·

    ·         Σουηδία, Βουλγαρία και Aυστρία από 10·

    ·         Δανία, Φινλανδία, Iρλανδία, Λιθουανία, Σλοβακία και Κροατία από 7·

    ·         Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λουξεμβούργο και Σλοβενία από 4· και

    ·         Μάλτα 3.

    Από την 1η Νοεμβρίου 2014, ως ειδική πλειοψηφία ορίζεται ποσοστό τουλάχιστον 55% των μελών του Συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει τουλάχιστον δέκα πέντε μέλη και αντιπροσωπεύει κράτη μέλη που συγκεντρώνουν ποσοστό τουλάχιστον 65% του πληθυσμού της Ένωσης. Η μειοψηφία αρνησικυρίας πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα μέλη του Συμβουλίου, ειδάλλως θεωρείται ότι επιτυγχάνεται ειδική πλειοψηφία (άρθρο 16 ΣΕΕ). Όμως, εφόσον το Συμβούλιο δεν αποφασίζει μετά από πρόταση της Επιτροπής ή του ύπατου εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ως ειδική πλειοψηφία ορίζεται ποσοστό τουλάχιστον 72% των μελών του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, εφόσον το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 65% τουλάχιστον του πληθυσμού της Ένωσης (άρθρο 238, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, βλ. επίσης απόφαση 2014/692).

    Το νέο σύστημα ψηφοφορίας σέβεται την ισότητα των κρατών μελών, εφόσον καθένα από αυτά έχει μία ψήφο που υπολογίζεται στο πρώτο κριτήριο της ειδικής πλειοψηφίας, ενώ τα διάφορα μεγέθη των πληθυσμών τους λαμβάνονται υπόψη από το δεύτερο κριτήριο. Επιπλέον, το σύστημα αυτό καθορίζει μια για πάντα τα κριτήρια της ειδικής πλειοψηφίας, και έτσι θα αποφεύγονται σε μελλοντικές διευρύνσεις οι μακρές διαπραγματεύσεις για την κατανομή των ψήφων των κρατών μελών και για τον ορισμό του κατώτατου ορίου της ειδικής πλειοψηφίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το τρίτο κριτήριο, το οποίο αναφέρει το άρθρο 16, παράγραφος 4 της ΣΕΕ - 15 κράτη μέλη υπέρ μιας πρότασης - είναι περιττό. Πράγματι, στην Ένωση των 28 κρατών μελών, το 55% του συνόλου θα περιλαμβάνει οπωσδήποτε 15 εξ αυτών, οπότε το τρίτο κριτήριο δεν έχει νόημα.

    Η μειοψηφία αρνησικυρίας (παρεμπόδισης της απόφασης) θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα μέλη του Συμβουλίου, ειδάλλως θα θεωρείται ότι επιτυγχάνεται ειδική πλειοψηφία, ακόμη και αν δεν ικανοποιεί το κριτήριο του πληθυσμού (άρθρο 16, παράγραφος 4 της ΣΕΕ). Παρόλο που σπάνια σημειώνεται διαχωρισμός μεταξύ «μεγάλων» και «μικρών» κρατών μελών, η παραπάνω διάταξη θα διευκολύνει την ψηφοφορία στο Συμβούλιο, γιατί θα δυσκολεύει μια υποθετική συμμαχία «μεγάλων» κρατών μελών, τρία εκ των οποίων θα μπορούσαν να σχηματίσουν μειοψηφία παρεμπόδισης, εφόσον οι πληθυσμοί τους θα αντιπροσώπευαν πάνω από 35% του πληθυσμού της Ένωσης. Εφόσον η μειοψηφία αρνησικυρίας θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα μέλη, τρεις «μεγάλοι» θα πρέπει να προσελκύσουν και έναν «μικρό» στη συμμαχία τους για να παρεμποδίσουν μια απόφαση του Συμβουλίου.

    Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, κατ’ εφαρμογήν των Συνθηκών, δεν λαμβάνουν μέρος στη ψηφοφορία όλα τα μέλη του Συμβουλίου (ιδίως σε θέματα που αφορούν την οικονομική και νομισματική ένωση), η ειδική πλειοψηφία ορίζεται ως ποσοστό τουλάχιστον 55% των μελών του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, εφόσον η πλειοψηφία αυτή συγκεντρώνει ποσοστό τουλάχιστον 65% του πληθυσμού των κρατών αυτών. Η μειοψηφία αρνησικυρίας πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τον ελάχιστον αριθμό μελών του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν ποσοστό μεγαλύτερο από το 35% του πληθυσμού των συμμετεχόντων κρατών μελών, συν ένα μέλος, ειδάλλως θεωρείται ότι επιτυγχάνεται ειδική πλειοψηφία (άρθρο 238, παράγραφος 3 ΣΛΕΕ).

    Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης μπορούν να προσφεύγουν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και να ασκούν τις αρμοδιότητες αυτές εφαρμόζοντας τις κατάλληλες διατάξεις των Συνθηκών, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 της ΣΕΕ και στα άρθρα 326 έως 334 της ΣΛΕΕ. Οι ενισχυμένες συνεργασίες έχουν ως σκοπό να διευκολύνουν την πραγμάτωση των στόχων της Ένωσης, να διαφυλάσσουν τα συμφέροντά της και να ενισχύουν τη διαδικασία ολοκλήρωσής της. Είναι ανοικτές σε όλα τα κράτη μέλη ανά πάσα στιγμή. Η απόφαση με την οποία εγκρίνεται ενισχυμένη συνεργασία εκδίδεται από το Συμβούλιο ως έσχατη λύση, εφόσον αυτό διαπιστώσει ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι της συνεργασίας αυτής δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσα σε εύλογο χρόνο από την Ένωση στο σύνολό της, και υπό τον όρο ότι θα συμμετέχουν σε αυτήν τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη. Οι πράξεις που θεσπίζονται στο πλαίσιο ενισχυμένης συνεργασίας δεσμεύουν μόνο τα κράτη μέλη που συμμετέχουν σε αυτήν και δεν θεωρούνται ως κεκτημένο το οποίο χρήζει αποδοχής από τα κράτη που είναι υποψήφια για προσχώρηση στην Ένωση (άρθρο 20 ΣΕΕ).

    Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία σε κάποιον από τους τομείς που αναφέρουν οι Συνθήκες, εκτός των τομέων αποκλειστικών αρμοδιοτήτων, απευθύνουν αίτηση στην Επιτροπή καθορίζοντας το πεδίο εφαρμογής και τους επιδιωκόμενους στόχους της προτεινόμενης ενισχυμένης συνεργασίας. Η Επιτροπή δύναται να υποβάλει στο Συμβούλιο σχετική πρόταση ή να ανακοινώνει στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη τους λόγους για τους οποίους δεν το κάνει. Εάν η αίτηση των κρατών μελών που επιθυμούν να καθιερώσουν μεταξύ τους ενισχυμένη συνεργασία εμπίπτει στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) διαβιβάζεται στον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ο οποίος δίνει τη γνώμη του ως προς τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης ενισχυμένης συνεργασίας με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας της Ένωσης, καθώς και στην Επιτροπή, η οποία δίνει τη γνώμη της ιδίως ως προς τη συμβατότητα της προτεινόμενης ενισχυμένης συνεργασίας με τις άλλες πολιτικές της Ένωσης (άρθρο 329 ΣΛΕΕ).

    Κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να συμμετέχει στις συσκέψεις για μια ενισχυμένη συνεργασία, ψηφίζουν όμως μόνον τα μέλη του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν τα κράτη μέλη τα οποία συμμετέχουν σε αυτήν. Η ομοφωνία αποτελείται από τις ψήφους των αντιπροσώπων των συμμετεχόντων κρατών μελών και μόνον και η ειδική πλειοψηφία ορίζεται βάσει του άρθρου 238, παράγραφος 3 (άρθρο 330 ΣΛΕΕ). Κάθε κράτος μέλος το οποίο επιθυμεί να συμμετάσχει σε υπό εξέλιξη ενισχυμένη συνεργασία σε έναν από τους τομείς εκτός της ΚΕΠΠΑ, γνωστοποιεί την πρόθεσή του στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή, η οποία εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνωστοποίησης, διαπιστώνει, κατά περίπτωση, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής και επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του εν λόγω κράτους μέλους ή επισημαίνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εκπλήρωση των προϋποθέσεων αυτών εντός ορισμένης προθεσμίας. Εάν η αίτηση συμμετοχής αφορά υπό εξέλιξη ενισχυμένη συνεργασία στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ, πρέπει να γνωστοποιηθεί στο Συμβούλιο, στον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και στην Επιτροπή. Μετά από διαβούλευση με τον ύπατο εκπρόσωπο και αφού διαπιστώσει, όπου απαιτείται, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις συμμετοχής, το Συμβούλιο, με ομοφωνία των συμμετεχόντων κρατών μελών, επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους (άρθρο 331 ΣΛΕΕ).

    Καθένα από τα τρία Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα που συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία – Επιτροπή, Κοινοβούλιο, Συμβούλιο - περιβάλλεται από επιτροπές, οι οποίες συμβάλλουν στη διαδικασία λήψης και εφαρμογής των κοινών πολιτικών. Οι επιτροπές αυτές πρωτοεμφανίστηκαν κατά τα πρώτα χρόνια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κυρίως στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ) [βλ. τα τμήματα 21.3.1 και 21.3.2], για να εξασφαλιστεί η σύμπραξη των κρατών μελών στα εκτελεστικά καθήκοντα που το Συμβούλιο ανέθετε στην Επιτροπή [βλ. το τμήμα 21.3]. Αργότερα, επιτροπές ιδρύθηκαν στα πλαίσια σχεδόν όλων των κοινών πολιτικών. Γι' αυτό μια απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1987, γνωστή σαν «απόφαση της επιτροπολογίας», περιέγραψε τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τις επιτροπές διαφόρων τύπων: τις επιτροπές διαχείρισης, τις επιτροπές κανονισμού και τις συμβουλευτικές επιτροπές [Κανονισμός 182/2011]. Ένα πλήθος τέτοιων επιτροπών συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη διαχείριση των διαφόρων κοινών πολιτικών και κυρίως της κοινής γεωργικής πολιτικής [βλ. το τμήμα 21.3.2], Το Συμβούλιο των υπουργών επικουρείται πρώτα απ' όλα από την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων (COREPER) [βλ. το τμήμα 4.1.4], από οκτώ ειδικές επιτροπές, συμπεριλαμβανομένης της Ειδικής Επιτροπής Γεωργίας, και πολυάριθμες ομάδες εργασίας αποτελούμενες από εθνικούς εμπειρογνώμονες, οι οποίες ετοιμάζουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου για τις διάφορες κοινές πολιτικές. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαθέτει 20 κοινοβουλευτικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων είναι και η Επιτροπή Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης. Όλες αυτές οι επιτροπές αποτελούν ανθρώπινα δίκτυα, τα οποία συμβάλλουν πολύ στην προώθηση της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης [βλ. το τμήμα 9.4].

    Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

    Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

    Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
    Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
    .



    Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


    Περί αυτού του βιβλίου

    Που πωλείται

    Order form

    Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

    (C) 2011. Powered by Keystone 5 - Upgraded & supported by Yawd web applications & online invoicing services. Original design by Terasoft.