Tο ευρωπαϊκό δίκαιο σχετικά με τα χρηματιστήρια και άλλα ιδρύματα κινητών αξιών επιδιώκει να διευρύνει το φάσμα των επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προστατεύοντας συγχρόνως τους επενδυτές. Οι προϋποθέσεις εισαγωγής κινητών αξιών στον επίσημο πίνακα ενός χρηματιστηρίου αξιών έχουν συντονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η εσωτερική αγορά κινητών αξιών είναι πραγματικότητα [Οδηγία 2001/34]. Οι επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών είναι ελεύθερες αλλά εποπτεύονται σε όλον τον χρηματοοικονομικό χώρο της Eυρωπαϊκής Ένωσης χάρη στην οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων [Οδηγία 2004/39]. Αυτή η οδηγία θεσπίζει ένα πλήρες κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την οργανωμένη εκτέλεση των συναλλαγών των επενδυτών από τα χρηματιστήρια, τα άλλα συστήματα διαπραγμάτευσης και τις επενδυτικές επιχειρήσεις, οπουδήποτε και αν εδρεύουν μέσα στην ΕΕ. Mια επιχείρηση επενδύσεων ενός κράτους μέλους μπορεί να ασκεί τις δραστηριότητές της στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση μια ενιαία άδεια (καλούμενη «Eυρωπαϊκό διαβατήριο») που χορηγείται από το κράτος μέλος καταγωγής. Για τον σκοπό αυτόν, εναρμονίστηκαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας καθώς και οι όροι άσκησης της αρμοδιότητας. H προληπτική εποπτεία, βασιζόμενη σε κοινούς κανόνες, ασκείται από τις ελεγκτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής αλλά σε συνεργασία με τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Oι επενδυτικές επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλες τις επίσημες αγορές της EE. Κοινά εποπτικά πρότυπα εφαρμόζονται για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων (πιστωτικά ιδρύματα, ασφαλιστικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις επενδύσεων), έτσι ώστε να εξασφαλίζονται ίσοι όροι του ανταγωνισμού και νομική βεβαιότητα μεταξύ χρηματοπιστωτικών οργανισμών.
Oι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει να διαθέτουν επαρκείς ίδιους πόρους προκειμένου να διασφαλίζεται η σταθερότητα της αγοράς, να παρέχονται εγγυήσεις ίσης προστασίας σε όλους τους επενδυτές μέσα στην ΕΕ έναντι των πτωχεύσεων αυτών των εταιρειών και να εξασφαλίζεται ισότητα όρων ανταγωνισμού μεταξύ τραπεζών, για τις οποίες ισχύουν ειδικές διατάξεις προληπτικής εποπτείας, και επενδυτικών εταιρειών στην αγορά κινητών αξιών. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, μια οδηγία επιβάλλει στις εταιρείες επενδύσεων κατώτατα όρια για το αρχικό τους κεφάλαιο και καθορίζει τα ίδια κεφάλαια που πρέπει να κατέχουν διαρκώς για να καλύπτουν τους κινδύνους θέσης, τους κινδύνους διακανονισμού, τους συναλλαγματικούς κινδύνους και τους κινδύνους επιτοκίου [Οδηγία 2006/49]. Όλα τα κράτη μέλη οφείλουν να διαθέτουν συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών σε περίπτωση χρεοκοπίας μιας επιχείρησης επενδύσεων, στην οποία είχε χορηγηθεί άδεια παροχής υπηρεσιών σε όλη την Ένωση [Οδηγία 97/9]. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας, η εγγύηση, η οποία παρέχεται δια της συμμετοχής στο σύστημα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων, πρέπει να χρησιμεύει κατά προτεραιότητα για την ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών των συστημάτων έναντι του συμμετέχοντος μέλους το οποίο έχει πτωχεύσει [Οδηγία 98/26]. Η οδηγία που θεσπίζει κοινή κανονιστική ρύθμιση ως προς τις διασφαλίσεις που παρέχονται στο πλαίσιο των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων αποσκοπεί στον περιορισμό του πιστωτικού κινδύνου και στη βελτίωση της λειτουργίας και της σταθερότητας των ευρωπαϊκών χρηματαγορών [Οδηγία 2002/47]. Στοχεύοντας την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, μια οδηγία καθορίζει τους κανόνες χορήγησης αδείας, διαρκούς λειτουργίας και διαφάνειας των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) στην Ένωση [Οδηγία 2011/61].
Για να καταπολεμήσει τη δόλια χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών σε θέματα χρηματιστηριακής αγοράς, να εξασφαλίσει την ακεραιότητα των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών αγορών και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις εν λόγω αγορές, μια οδηγία απαγορεύει τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες καθώς και τον καταχρηστικό επηρεασμό (manipulation) της αγοράς [Οδηγία 2003/6]. Τα κράτη μέλη οφείλουν να απαγορεύουν στα πρόσωπα που είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να αποκτήσουν ή να διαθέσουν για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό τρίτων, αμέσως ή εμμέσως, χρηματοπιστωτικά μέσα που αφορούν οι πληροφορίες αυτές. Ως «καταχρηστικός επηρεασμός της αγοράς» νοούνται ιδίως οι συναλλαγές ή πληροφορίες, οι οποίες δίνουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή οι οποίες χρησιμοποιούν παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή κάθε άλλη παραπλάνηση ή τέχνασμα.
Οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές και τραπεζικές αγορές, δεδομένου ότι οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας τις οποίες διενεργούν χρησιμοποιούνται από επενδυτές, δανειολήπτες, εκδότες και κυβερνήσεις, για να λαμβάνουν επενδυτικές και χρηματοδοτικές αποφάσεις μετά λόγου γνώσεως. Προς το παρόν, οι περισσότεροι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εδρεύουν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διέπονται σε περιορισμένους μόνο τομείς από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αυτοί οι οργανισμοί απέτυχαν, αφενός, να δείξουν εγκαίρως, μέσω των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας που εκδίδουν, την επιδείνωση των συνθηκών της αγοράς το 2008 και, αφετέρου, να προσαρμόσουν εγκαίρως τις αξιολογήσεις τους αντίστοιχα με την εντεινόμενη κρίση στην αγορά. Ως αντίδραση στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ένας κανονισμός του 2009 εισήγαγε κοινή ρυθμιστική προσέγγιση για την ενίσχυση της ακεραιότητας, της διαφάνειας, της υπευθυνότητας, της χρηστής διακυβέρνησης και της αξιοπιστίας των δραστηριοτήτων αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, συμβάλλοντας έτσι στην ποιότητα των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και επιδιώκοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών [Κανονισμός 1060/2009, τροπ.τελευταία από κανονισμό 513/2011].
Ο συντονισμός των όρων εισαγωγής κινητών αξιών σε χρηματιστήρια αξιών που εδρεύουν ή λειτουργούν στα κράτη μέλη επιδιώκει να παράσχει ισοδύναμη προστασία των επενδυτών στα διάφορα κράτη μέλη [Οδηγία 2001/34]. Ο συντονισμός διευκολύνει την εισαγωγή στα χρηματιστήρια αξιών, σε κάθε ένα από τα κράτη μέλη, των κινητών αξιών, που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, καθώς και την εισαγωγή ενός και του αυτού τίτλου σε περισσότερα χρηματιστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως μπορεί να επιτρέψει μία περισσότερο εκτεταμένη διείσδυση κινητών αξιών στις εθνικές αγορές με την άρση των εμποδίων, τα οποία είναι εύλογο να καταργηθούν, πράγμα που εντάσσεται στην προοπτική της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς. Το «Ευρωπαϊκό διαβατήριο» για τους εκδότες εναρμονίζει τους όρους κατάρτισης, έγκρισης και διάθεσης του ενημερωτικού δελτίου που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση [Οδηγία 2003/71]. Επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι επαρκή και ισοδύναμα πρότυπα γνωστοποίησης εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη μέλη όταν προσφέρονται στο κοινό ή διατίθενται για διαπραγμάτευση κινητές αξίες, προκειμένου να υπάρχει ένας ομοιόμορφος βαθμός προστασίας των επενδυτών ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελάχιστες κατευθυντήριες γραμμές και κοινές γενικές αρχές και υποχρεώσεις ισχύουν για τη διενέργεια των δημόσιων προσφορών εξαγοράς τίτλων εταιρειών που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, εφόσον το σύνολο ή μέρος των τίτλων τους είναι εισηγμένο σε ρυθμιζόμενη αγορά [Οδηγία 2004/25]. Μια οδηγία καθορίζει τις προϋποθέσεις για την κοινολόγηση περιοδικών και διαρκών πληροφοριών που αφορούν εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ευρισκόμενη ή λειτουργούσα σε κράτος μέλος [Οδηγία 2004/109].
Ένα κεντρικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς κινητών αξιών είναι η οδηγία του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1985 σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (OΣEKA) [Οδηγία 2009/65]. Συντονίζει τους κανόνες που ρυθμίζουν τους οργανισμούς που είναι εγκαταστημένοι στα κράτη μέλη με στόχους, αφενός, να προσεγγίσει σε ευρωπαϊκή κλίμακα τις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των OΣEKA και, αφετέρου, να επιτύχει μιαν αρκετή και ομοιόμορφη προστασία των μετεχόντων σε τέτοιους οργανισμούς. Χάρη σε αυτόν τον συντονισμό, έχει δημιουργηθεί ένα καθεστώς «ευρωπαϊκού διαβατηρίου», δυνάμει του οποίου μια χρηματοπιστωτική επιχείρηση αναγνωρισμένη για παροχή υπηρεσιών σε ένα κράτος μέλος μπορεί να κάνει το ίδιο σε όλη την εσωτερική αγορά, χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει νέα έγκριση.