Choose language: EnglishFrenchΕλληνικά
Έρευνα       OK
Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

7.3.  Η κοινή οικονομική πολιτική της ΕΕ

  1. H οικονομική σύγκλιση στην Eυρωπαϊκή Ένωση
  2. Η δημοσιονομική πειθαρχία και το ενιαίο νόμισμα
  3. Xρηματοοικονομική αλληλεγγύη στην ΕΕ

Στο οικονομικό όπως και στο νομισματικό πεδίο, τα κράτη μέλη που υπέγραψαν τη Συνθήκη της Ρώμης δεν ήταν διατεθειμένα να εκχωρήσουν από την αρχή τα κυριαρχικά δικαιώματά τους στην Kοινότητα. Περιορίστηκαν να ορίσουν τους στόχους τους οποίους θα έπρεπε να επιδιώκουν οι εθνικές οικονομικές πολιτικές, και οι οποίοι ήταν ιδίως η πλήρης απασχόληση, η σταθερότητα των τιμών και του νομίσματος και η ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών. H επεξεργασία και η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής ανήκαν, όμως, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.

H Συνθήκη της Pώμης έκρινε σκόπιμο να θεωρούν τα κράτη μέλη τη συγκυριακή τους πολιτική σαν θέμα κοινού ενδιαφέροντος. Tο άρθρο 103 (ΕΟΚ) τους επέτασσε να διαβουλεύονται μεταξύ τους και με την Eπιτροπή ως προς τα μέτρα που θα έπρεπε να παίρνουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Σε εφαρμογή αυτής της διάταξης της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο δημιούργησε μια επιτροπή οικονομικής πολιτικής για τον συντονισμό των βραχυπρόθεσμων οικονομικών και χρηματοοικονομικών πολιτικών [Απόφαση 2000/604]. Aυτή η επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής, έχει ως αποστολή να προετοιμάζει τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου οικονομικών και χρηματοοικονομικών υποθέσεων (ECOFIN). Πρέπει επίσης να εξασφαλίζει μιαν αμοιβαία και διαρκή πληροφόρηση επί των αποφάσεων ή μέτρων που σχεδιάζονται από τα κράτη μέλη και που μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις επί των οικονομιών των κρατών μελών ή επί της εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας ενός κράτους μέλους ή που μπορούν να προκαλέσουν μια σημαντική διάσταση μεταξύ της εξέλιξης της οικονομίας ενός κράτους και των οικονομικών στόχων που έχουν οριστεί από κοινού.

H κοινοτική οικονομική πολιτική δεν ξεκίνησε πραγματικά παρά μόνον μετά το ψήφισμα των κρατών μελών να προωθήσουν την οικονομική και νομισματική ένωσή τους [βλ. το τμήμα 7.2.1]. Περισσότερο από άλλες κοινές πολιτικές, η οικονομική πολιτική είναι απαραίτητη για την πραγματοποίηση αυτής της ένωσης, εφόσον είναι το ένα από τα δύο σκέλη της. H αποστολή που της ανατέθηκε από το ψήφισμα του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κρατών μελών της 22ας Μαρτίου 1971, σχετικά με τη σταδιακή πραγματοποίηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ήταν η σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών, αποστολή ιδιαίτερα δύσκολη αν αναλογιστεί κανείς τα συγκυριακά και τα διαρθρωτικά προβλήματα και τις διαφορές των κρατών μελών πριν από την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς. H εμπειρία που αποκτήθηκε όμως, κατά την διάρκεια αυτής της αποτυχημένης επιχείρησης ήταν πολύτιμη για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής.

Η οικονομία των 27 κρατών μελών της ΕΕ παρήγαγε, το 2007, ένα κατ' εκτίμηση ονομαστικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) 12,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ (=16,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ), που αντιπροσωπεύουν 31% του παγκόσμιου ακαθάριστου οικονομικού προϊόντος (ΗΠΑ = 27% του συνόλου). Το μέσο ΑΕΠ κατά κεφαλή των 27 κρατών μελών της ΕΕ, το 2007, ήταν 24.600 ευρώ. Δύο κράτη μέλη - Ιταλία και Ισπανία - ήταν κοντά σε αυτόν τον μέσο όρο. Ένδεκα κράτη μέλη - Λουξεμβούργο (69.900 EUR), Ιρλανδία (35.700 EUR), Κάτω Χώρες, Δανία, Αυστρία, Βέλγιο, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο (29.400 EUR), Φινλανδία, Γερμανία και Γαλλία (27.800 EUR.) - είχαν ένα ΑΕΠ κατά κεφαλήν επάνω από το μέσο όρο. Επτά κράτη μέλη - Κύπρος, Ελλάδα, Σλοβενία, Τσεχία, Μάλτα, Πορτογαλία και Εσθονία - είχαν ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 90% έως 73% του μέσου όρου της ΕΕ (22.900 έως 17.900 EUR). Επτά κράτη μέλη - Πολωνία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Λετονία, Ρουμανία και Βουλγαρία - είχαν ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 67% έως 41% του μέσου όρου της ΕΕ (16.600 έως 10.840 EUR).

Οι οικονομίες των περισσοτέρων κρατών της ΕΕ συγκλονίστηκαν από την παγκόσμια χρηματοοικονομική και οικονομική κρίση που ενέσκηψε από το 2008 [βλ. το τμήμα 7.3.2]. Για να αντιμετωπίσει την κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση πήρε βιαστικά ορισμένα μέτρα απαραίτητα για να διαφυλάξει τη νεαρή οικονομική και νομισματική ένωση: ένα ευρωπαϊκό  σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας [βλ. το τμήμα 7.3.1]· έναν Ευρωπαϊκό μηχανισμό οικονομικής σταθεροποίησης (EFSM) [Κανονισμός 407/2010]· ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF)  [βλ. το τμήμα 7.3.3]· και ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ) [Κανονισμός 407/2010, βλ. το τμήμα 6.6], το οποίο συγκεντρώνει τους φορείς που ασκούν χρηματοοικονομική εποπτεία σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης: το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου [Κανονισμός 1092/2010]· την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών [Κανονισμός 1093/2010]· την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων [Κανονισμός 1094/2010]· και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών [Κανονισμός 1095/2010, τροποποιηθείς από οδηγία 2011/61].

Η Σύνοδος Κορυφής της Ευρωζώνης της 26ης Οκτωβρίου 2011 συμφώνησε σε μια περιεκτική δέσμη μέτρων για να τονωθεί η εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα (i) διευκολύνοντας την πρόσβαση στη μεσο-μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση μέσω μιας συντονισμένης προσέγγισης σε επίπεδο ΕΕ και (ii) αυξάνοντας την κεφαλαιακή θέση των τραπεζών στο 9% του δείκτη βασικού κεφαλαίου κατηγορίας 1 έως τα τέλη Ιουνίου 2012. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (EFSM) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) θα αντικατασταθούν, τον Ιούνιο του 2013, από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας [βλ. το τμήμα 7.3.3].

Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» για τη δεκαετία 2011-2020, την οποία πρότεινε η Επιτροπή στις 3 Μαρτίου 2010 [COM/2010/2020] και ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 26 Μαρτίου 2010, έθεσε πέντε πρωταρχικούς στόχους που πρέπει να επιτύχει η Ευρώπη για να αυξήσει την ανάπτυξη και την απασχόληση:

1.       να ανέλθει το ποσοστό απασχόλησης του πληθυσμού 20-64 ετών από 69% το 2010 σε τουλάχιστον 75% το 2020 [βλ. το τμήμα 13.3.2

2.       να επενδύεται 3% του ΑΕΠ της ΕΕ σε έρευνα και ανάπτυξη, ιδίως χάρη στη βελτίωση των συνθηκών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα σε E&A και σε «ευρωπαϊκές συμπράξεις καινοτομίας» μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών·

3.       να επιτευχθούν οι στόχοι του «20/20/20» ως προς το κλίμα και την ενέργεια, δηλαδή να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 (ή κατά 30% εάν επιτευχθεί διεθνής συμφωνία), να αυξηθεί κατά 20% το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην τελική ενεργειακή κατανάλωση και να αυξηθεί στο 20% η ενεργειακή απόδοση [βλ. το τμήμα 16.3.4

4.       να μειωθεί το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου από το 15% το 2010 σε λιγότερο από 10% το 2020 και να αυξηθεί από το 31% σε τουλάχιστον 40% το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 30-34 ετών που ολοκληρώνει την τριτοβάθμια ή ισοδύναμη εκπαίδευση· και

5.       να μειωθεί κατά 25% ο αριθμός των Ευρωπαίων που ζουν κάτω από τα εθνικά όρια φτώχειας, βγάζοντας από την κατάσταση της φτώχειας πάνω από 20 εκατομμύρια πολίτες.

Το «ευρωπαϊκό εξάμηνο» είναι ένα εξάμηνο κάθε έτος κατά τη διάρκεια του οποίου η δημοσιονομική και διαρθρωτική πολιτική των κρατών μελών αναλύεται για να διαπιστωθεί που βρίσκεται η ΕΕ σχετικά με τους πέντε στόχους που τίθενται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020» καθώς και οποιεσδήποτε ασυνέπειες και εμφανιζόμενες δυσαρμονίες. Τα βασικά στάδια του ευρωπαϊκού εξαμήνου είναι τα ακόλουθα. Τον Ιανουάριο, η Επιτροπή εκδίδει μια ετήσια επισκόπηση της οικονομικής ανάπτυξης, η οποία καθορίζει τις προτεραιότητες της ΕΕ για το ερχόμενο έτος ως προς την προώθηση της αύξησης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Το Μάρτιο, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της ΕΕ εκδίδουν τους προσανατολισμούς της ΕΕ για τις εθνικές πολιτικές βάσει της ετήσιας επισκόπησης της οικονομικής ανάπτυξης. Τον Απρίλιο, τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα σχέδιά τους για τα υγιή δημόσια οικονομικά (προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης) και τις μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα που αποβλέπουν στο να σημειωθεί πρόοδος ως προς την έξυπνη, βιώσιμη και συνεκτική αύξηση (εθνικά προγράμματα μεταρρύθμισης). Τον Ιούνιο, η Επιτροπή αξιολογεί αυτά τα προγράμματα και προβαίνει σε συγκεκριμένες συστάσεις κατά χώρα. Το Συμβούλιο συζητά και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επικυρώνει τις συστάσεις. Τέλος, νωρίς τον Ιούλιο το Συμβούλιο υιοθετεί επισήμως τις συγκεκριμένες συστάσεις κατά χώρα.

Στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωζώνης, στις 29 Ιουνίου 2012, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των 17 κρατών μελών αποφάσισαν: τη δημιουργία ενός ενιαίου τραπεζικού εποπτικού μηχανισμού που θα διευθύνεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα· και μετά τη δημιουργία αυτού του μηχανισμού· την παροχή δυνατότητας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) να εισφέρει κεφάλαια σε τράπεζες άμεσα, δηλαδή χωρίς την παρεμβολή των κυβερνήσεων και , επομένως, χωρίς επιβάρυνση των κρατικών προϋπολογισμών. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα κονδύλια των ΕΤΧΣ/ΕΜΣ θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με ευελιξία για να αγοράζουν ομόλογα για τα κράτη μέλη που σέβονται: (α) τις ειδικές ανά χώρα συστάσεις τους  και (β) τις άλλες δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των χρονικών ορίων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, και τη διαδικασία μακροοικονομικών αποκλίσεων.

Προηγούμενη  -  Περιεχόμενα  -  Επόμενη

Ο μίτος της Αριάδνης στο λαβύρινθο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με βάση το βιβλίο του Νίκου Μούση:
Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές
.



Μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες


Περί αυτού του βιβλίου

Που πωλείται

Order form

Άλλα βιβλία του ίδιου συγγραφέα

(C) 2011. Powered by Keystone 5 - Upgraded & supported by Yawd web applications & online invoicing services. Original design by Terasoft.