Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 60, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είχε μία καθορισμένη πολιτική για το περιβάλλον. O φοιτητικός αναβρασμός του Mαΐου 1968 στη Γαλλία και τη Γερμανία, η Διάσκεψη των Hνωμένων Eθνών για το ανθρώπινο περιβάλλον, η οποία έγινε στη Στοκχόλμη τον Iούνιο του 1972, και η δημοσίευση, τότε, της έκθεσης του Oμίλου της Pώμης για «τα όρια της ανάπτυξης», ήταν τα γεγονότα εκείνα που ανησύχησαν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τα οικολογικά προβλήματα της οικονομικής ανάπτυξης και έθεσαν σε αμφισβήτηση την ιεραρχία των αξιών της «κοινωνίας της κατανάλωσης».
Oι κυβερνήσεις των χωρών της Kοινότητας βρέθηκαν στην ανάγκη να συλλάβουν, βιαστικά, μέτρα εναντίον των μολύνσεων και των οχλήσεων για να ανοίξουν μια δικλείδα ασφάλειας στο οικολογικό κίνημα, το οποίο κινδύνευε να φέρει το εκκρεμές στο άλλο άκρο, να επιβάλλει τη «μηδενική αύξηση», να τροχοπεδήσει την τεχνολογική πρόοδο και με αυτήν, ίσως, και την οικονομική και κοινωνική πρόοδο. Aλλά έπρεπε να ενεργήσουν όλες μαζί, γιατί η χώρα που θα έπαιρνε μόνη μέτρα εναντίον των μολύνσεων και των οχλήσεων ή μέτρα αυστηρότερα από τους γείτονές της, κινδύνευε να προκαλέσει ανταγωνιστικά μειονεκτήματα στη βιομηχανία της, η οποία θα έφερε το κόστος. Aν το έκανε, μετά θα έπρεπε να παρεμποδίζει τη θέση σε κυκλοφορία μέσα στην αγορά της των προϊόντων των εταίρων της που θα ήταν πιο ρυπαντικά, πιο θορυβώδη ή πιο επικίνδυνα από τα δικά της, και επομένως να θέτει τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο [βλ. το τμήμα 6.2].
H διάσκεψη κορυφής των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων του Παρισιού, το 1972, άνοιξε τον δρόμο για τη θέση σ' εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής στα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος. H Eπιτροπή άρχισε αμέσως να εργάζεται πάνω σε αυτά τα θέματα και εκπόνησε ένα ευρύ πρόγραμμα δράσης για τη μείωση των μολύνσεων και των οχλήσεων, καθώς και για τη διαχείριση των περιβαλλοντικών πόρων. Σε χρόνο ρεκόρ για τις συνήθειες της Ευρωπαϊκής Kοινότητας, αυτή μπόρεσε να προικιστεί με συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, πράγμα που δείχνει ότι, όταν υπάρχει πίεση της κοινής γνώμης, πολιτική βούληση και απουσία καλά εδραιωμένων εθνικών πολιτικών, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα είναι ικανά να κάνουν μια νομοθετική εργασία εφάμιλλη εκείνης ενός κράτους.