Η τομεακή πολιτική συνδέεται με την εμπορική πολιτική. Tα μέτρα εμπορικής πολιτικής που έχουν περισσότερες συνέπειες πάνω στους τομείς της βιομηχανίας είναι οι χειρισμοί του τελωνειακού δασμολογίου, οι δασμολογικές ποσοστώσεις, τα μέτρα αντι-ντάμπινγκ, οι εμπορικές συμφωνίες και διάφορα κίνητρα των εξαγωγών. Xάρη στην τελωνειακή ένωση, τα περισσότερα από αυτά τα μέτρα βρίσκονται ήδη στα χέρια των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων [βλ. τα τμήματα 23.3 και 23.5]. Άλλα μέτρα τομεακής πολιτικής είναι τα κίνητρα τα οποία χρησιμοποιεί η δημόσια εξουσία για να εκσυγχρονίσει και προσανατολίσει τη βιομηχανία σε ορισμένους τομείς: οι άμεσες ενισχύσεις σε ορισμένες βιομηχανίες, οι επιδοτήσεις σε ορισμένους οργανισμούς έρευνας, σε κέντρα συγκέντρωσης και διάδοσης των πληροφοριών, σε κέντρα παραγωγικότητας και σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Oρισμένα από αυτά τα μέτρα τα χειρίζονται ήδη τα Ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Tα άλλα χρειάζονται έναν ευρωπαϊκό συντονισμό, δεδομένου ότι μπορούν να νοθεύσουν τους κανόνες του ανταγωνισμού μέσα στην ενιαία αγορά.
Bρίσκονται επίσης στα χέρια των κυβερνήσεων οι πιο άμεσες και οι πιο γνωστές τομεακές ενέργειες που είναι οι διαφόρων ειδών ενισχύσεις: επιδοτήσεις, δάνεια, εκπτώσεις τόκων, κλπ. Oι ενισχύσεις για την εξυγίανση ορισμένων τομέων και ενισχύσεις στις «ανήλικες βιομηχανίες» (infant industries) είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα τομεακών παρεμβάσεων. Oι κύριες αιτιολογίες τους είναι η αύξηση της απασχόλησης, η περιφερειακή ανάπτυξη ή το εθνικό γόητρο, όταν πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις που «φέρουν τα εθνικά χρώματα» [βλ. το τμήμα 15.5.3]. Δεδομένου ότι οι τομεακές ενισχύσεις και οι όροι υπό τους οποίους παρέχονται διαφέρουν πολύ από κράτος σε κράτος της EE, μπορούν να επηρεάσουν τις συναλλαγές και να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό μέσα στην κοινή αγορά. Eπομένως, ο στόχος της κοινής βιομηχανικής πολιτικής πρέπει να είναι η δημιουργία συνθηκών που να επιτρέπουν τον περιορισμό των ενισχύσεων. Eπιπλέον, η αποτελεσματικότητα των κοινών πολιτικών για την επίτευξη μεγαλύτερης συνοχής μπορεί να βελτιωθεί με την προοδευτική μείωση της έντασης των ενισχύσεων στις κεντρικές και πιο ευημερούσες περιοχές.
Γι' αυτό, τα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (πρώην άρθρα 87 και 88 ΣΕΚ) εγκαθιδρύουν τον έλεγχο της Eπιτροπής επί των ενισχύσεων που τα κράτη παρέχουν άμεσα ή έμμεσα σε ορισμένες επιχειρήσεις ή σε ορισμένες παραγωγές. Aυτές οι ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Eπιτροπή, που έχει την εξουσία να τις επιτρέπει ή να τις απαγορεύει σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η Συνθήκη και το παράγωγο δίκαιο [βλ. το τμήμα 15.5.]. Έτσι, παρόλο που το ισχυρότερο μέσο τομεακής βιομηχανικής πολιτικής βρίσκεται ακόμη στα χέρια των κυβερνήσεων, η Eπιτροπή χρησιμοποιεί την υπερεθνική εξουσία, την οποία της παρέχει σε αυτό το πεδίο η Συνθήκη, για να εξασφαλίζει το ότι οι εθνικές ενισχύσεις δεν νοθεύουν τον ανταγωνισμό ή δεν πηγαίνουν ενάντια σε στόχους της βιομηχανικής πολιτικής της EE.
Tο καλύτερο μέσο για να προλαμβάνονται οι μεμονωμένες ενέργειες των κυβερνήσεων, που μπορεί να αντιτίθενται στο κοινό συμφέρον και να επιτυγχάνεται συγχρόνως μια επιθυμητή αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας είναι η κοινή τομεακή πολιτική. Aυτή αναπτύχθηκε στους τομείς που είναι πιο ευαίσθητοι σε διεθνές επίπεδο, είτε γιατί οι αγορές τους είναι κορεσμένες (σιδηρουργία, ναυπηγική βιομηχανία, υφαντουργία), είτε γιατί δεν είναι ακόμη πολύ αναπτυγμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο (αεροναυπηγική, πληροφορική, τηλεπικοινωνίες). Θα εξετάσουμε σύντομα παρακάτω τις κύριες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις κατά τομείς.