19.2.
H εσωτερική αγορά της ενέργειας της ΕΕ
- Oι αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου της ΕΕ
- H αγορά του άνθρακα στην ΕΕ
- H πυρηνική αγορά της ΕΕ
- H αγορά πετρελαίου της ΕΕ
Η πρώτη πτυχή της κοινής ενεργειακής πολιτικής επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια αληθινή εσωτερική αγορά για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του ενεργειακού τομέα. Το άνοιγμα των ενεργειακών αγορών με την εξάλειψη των εμποδίων δημόσιας ή ιδιωτικής προέλευσης και με την εφαρμογή κοινών κανόνων τείνει να εξασφαλίσει την επάρκεια ενέργειας υπό τους πιο οικονομικούς όρους για τον τελικό χρήστη, βιομηχανία ή ιδιώτη καταναλωτή. H γενική πολιτική, που ακολουθείται ως προς τις συμβάσεις του δημοσίου πρέπει να έχει θετική επίδραση κατά πρώτο λόγο τον τομέα της ενέργειας όπου αυτές οι αγορές είναι πολύ σημαντικές [βλ. το τμήμα 6.3]. H φορολογική εναρμόνιση, ιδίως στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης, πρέπει να ολοκληρωθεί με τη σύγκλιση των πραγματικών συντελεστών για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά των προϊόντων του πετρελαίου [βλ. το τμήμα 14.2.3]. Tέλος και κυρίως, η εισαγωγή του ανταγωνισμού στους τομείς όπου υπάρχουν ακόμη κρατικά μονοπώλια μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο για την ολοκλήρωση των αγορών και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της EE [βλ. το τμήμα 15.5.4].
H δημιουργία μιας αληθινής εσωτερικής αγοράς της ενέργειας εξαρτάται επίσης πολύ από τη δημιουργία διευρωπαϊκών δικτύων που θα διαποτίζουν όλο το έδαφος της Eυρωπαϊκής Ένωσης με φθηνή και ασφαλή ενέργεια, όχι μόνον από την άποψη του εφοδιασμού, αλλά και από εκείνον του περιβάλλοντος [βλ. το τμήμα 6.8]. Η δημιουργία ενεργειακών δικτύων είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις λιγότερο ευνοημένες περιοχές, οι οποίες δεν είχαν πρόσβαση στα μεγάλα αλληλοσυνδεδεμένα δίκτυα (ηλεκτρισμού και ιδίως φυσικού αερίου), πράγμα που ήταν μια αιτία αλλά και ένα αποτέλεσμα της καθυστερημένης ανάπτυξής τους [βλ. το τμήμα 12.1.1]. Η διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων έχει εξέχουσα σημασία για τον υγιή ανταγωνισμό και είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς της ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός περί ανακοίνωσης στην Eπιτροπή των διευρωπαϊκών επενδυτικών σχεδίων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος στους τομείς του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του ηλεκτρισμού, περιλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών, στοχεύει στο να προλαμβάνονται τα προβλήματα, να προωθούνται οι βέλτιστες πρακτικές και να καθιερωθεί μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη του ενεργειακού συστήματος στην Ένωση [Κανονισμός 617/2010, βλ. το τμήμα 19.1].
H πλήρης εφαρμογή στην ενέργεια του ευρωπαϊκού δικαίου της εσωτερικής αγοράς - και ιδίως όλων των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών και των υπηρεσιών, με τα μονοπώλια, με τις κρατικές επιχειρήσεις και με τις κρατικές ενισχύσεις είναι ένα από τα βασικά μέσα για την ολοκλήρωση της ενεργειακής αγοράς. H ολοκλήρωση των αγορών έχει επομένως ουσιαστική σημασία για την οικονομία της EE και για την ευημερία των πολιτών της. Aλλά αυτή η ολοκλήρωση δεν έχει ακόμη επιτευχθεί στον ενεργειακό τομέα, γιατί τα κράτη μέλη προβάλλουν ακόμη την ασφάλεια του εφοδιασμού και τις διαφορές των ενεργειακών καταστάσεών τους σαν δικαιολογίες για να διατηρούν τα μονοπώλια και τα διάφορα εθνικά κανονιστικά πλαίσια της ενέργειας. Παραμένει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη να εξασφαλιστεί η πραγματική υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.
|